30 Jan 2018

«700 ευρώ τον μήνα ενοίκιο για ένα μονάρι;»

Ενδόμυχα και ίσως ανόητα ερωτήματα με αφορμή τη φαντασμαγορική ανάπτυξη της κτηματαγοράς στo πρόσφατα χρεοκοπημένο νησί μου

Γράφει ο Πάρις Δημητριάδης.

«Μου ζήτησαν 680 ευρώ τον μήνα ενοίκιο γι’ αυτό το μονάρι», μου έγραψε τις προάλλες στο messenger μια single φίλη που εδώ και αρκετό καιρό ψάχνει διαμέρισμα για να νοικιάσει σε μια οποιαδήποτε περιοχή της Λεμεσού. Στη φωτογραφία που συνόδευε το μήνυμά της ξεπρόβαλλε μια πολυκατοικία αδιάφορη, σχετικά παλιά, κτισμένη όπως την κόβω κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 80’, σε γειτονιά της πόλης που από ντόπιους χαρακτηρίζεται παρακμιακή και «τελευταία».

H κατάσταση του διαμερίσματος μέσα είναι αρκετά καλή, η κουζίνα και το μπάνιο έχουν ανακαινιστεί και οι τοίχοι έχουν φρεσκομπογιατιστεί, συνέχισε η τριαντάρα στην ηλικία φίλη. «680 ευρώ όμως ενοίκιο για ένα μονάρι; Σατσίν!» ξέσπασε με απελπισμένο ύφος η «Κ», η οποία κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πολύμηνης και ανεπιτυχούς μέχρι σήμερα αναζήτησής της για εξεύρεση διαμερίσματος έχει ακούσει αρκετά παρόμοια, κουφά.

Ο μηνιαίος μισθός της φίλης, ο οποίος θεωρείται πολύ «αξιοπρεπής» και «ικανοποιητικός» «για την εποχή», αφού η κοπέλα αυτή είναι «απ΄ τους τυχερούς» που εργοδοτούνται σε πολύ large industry, είναι κατιτίς παραπάνω απ’ τα διπλάσια χρήματα που θα χρειαζόταν να καταβάλλει για το εν λόγω ενοίκιο, σε περίπτωση που προχωρούσε σε σύναψη συμφωνίας. Αν κανείς προσθέσει μες το μηνιαίο της μπάτζετ τα στανταράκια πάγια που αφορούν σε τηλέφωνο, ίντερνετ, ρεύμα, νερό, κοινόχρηστα και είδη πρώτης ανάγκης για το σπίτι, ίσως μερικά ασφαλή συμπεράσματα για την πλουσιοπάροχη ζωή της να μπορούσε να τα εξαγάγει. Έξω το δάνειο για το αυτοκίνητο.

Η «Κ» όμως δεν είναι η μόνη φίλη που έχω ακούσει να τραβάει ζόρια με το θέμα τους τελευταίους λίγους μήνες στη Λεμεσό. Όλοι σχεδόν «οι της διπλανής πόρτας» φίλοι, οι οποίοι δεν έχει τύχει τέλος πάντων να προέρχονται από κάποιο ξακουστό τζάκι ή να είναι απ' αυτούς τους διαπρεπείς εντερπρενέρ των ημερών, αν έχουν μπει πρόσφατα στη διαδικασία εξεύρεσης διαμερίσματος για νοίκι, αντιμετωπίζουν παρόμοια θέματα.

Οι τιμές που ζητούνται είναι συχνά μεταφυσικές. Οκτακόσια, εννιακόσια, ακόμη και χίλια και βάλε ευρώ ενοίκιο για διαμερίσματα διάρια και τριάρια. Σε πολυκατοικίες όχι απαραίτητα πεντάστερες και λαμπερές, στο Soho του Manhattan. Σε οικοδομές που δεν βρίσκονται έστω «πάνω στο κύμα», ας είναι και στο ταπεινό της Λεμεσού. Κι όλη η αυτή η φαντασμαγορική, αλματώδης κινητικότητα στην αγορά, σε λιγότερο από ένα χρόνο.

Οι κτηματικές δε πράξεις που αφορούν σε αγορές κατοικιών από νεαρά ζευγάρια και άτομα που «τώρα ξεκινούν τη ζωή τους», με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν οριστικά πεθάνει. Μαζί μ’ ολόκληρο το κυπριακό όνειρο του ογδόντα, του ενενήντα και των early 00’s. Στις τράπεζες, τα προβληματικά δάνεια και τις εκποιήσεις κατοικιών, ας μην αναφερθούμε: έχουμε όχι υποψηφίους πια Προέδρους γι' αυτά να λαικίζουν.

Σ’ ένα σύμπαν παράλληλο, η κτηματαγορά ιδιαίτερα στη Λεμεσό έχει, λένε, πάρει πολύ τα πάνω της, η οικονομία κινείται με σταθερά ανοδικούς ρυθμούς, αστραφτεροί είναι οι πύργοι που ανεγείρονται. Δεκάδες τα έργα εκατομμυρίων. Ζεστό το χρήμα. Ρέει.

Τα ενοίκια στη Λεμεσό έχουν ανέβει εκεί που ανέβηκαν, επειδή παρατηρείται η αντίστοιχη ζήτηση, είναι η ... προφανής και ταυτόχρονα αιφνιδιαστική απάντηση που εισπράττω κάθε φορά που έχει τύχει να εκφράσω την ανόητη αυτή απορία σε ειδήμονες και μη, που δεξιά και αριστερά συναντώ. Τώρα πού ακριβώς ρέει αυτό όλο το χρήμα, ποιους αφορά, σε ποιους διοχετεύεται και πού καταλήγει είναι μερικές ακόμη ανόητες απορίες που λίγο με απασχολούν. Με τα διαβατήρια που (μόνο εμείς) πουλάμε, τι να γίνεται; Ωφέλιμο πράμα είναι αυτό; Το θέλουμε; Μας βοηθάει;

Θυμάμαι κάποτε, στο ωραίο μάθημα των Νέων Ελληνικών που κάναμε στην τρίτη λυκείου, που με ενοχλούσε πολύ που κοινωνιολογικά η Κύπρος παρομοιαζόταν απ’ την καλή μας καθηγήτρια με άγευστο, ομοιόμορφο πολτό, χωρίς μορφή και όψη. Που ήταν αναμενόμενα τα πράγματα, προβλέψιμα. Xωρίς ζικ-ζακ παλμό.

Μες το μυαλό μου αυτό ήταν κάτι άσχημο. Aνιαρό. Ήθελα να ζω σ’ ένα πλουσιότερο κοινωνιολογικά μέρος, όπου να μην μοιάζουν και να μην συμπεριφέρονται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο.

Σήμερα αυτό μάλλον δεν ισχύει πια. Στους δρόμους, στις γειτονιές και στις πόλεις μας συναντά πια κανείς πολλά και διαφορετικά είδη ανθρώπων. Mήπως όμως αυτό που συμβαίνει είναι πως οδηγούμαστε σταδιακά σε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων; Mήπως σε λίγα χρόνια δίπλα απ' τους αστραφτερούς εξκλούσιβ πύργους με όλα τα κονφόρμ θα στέκουν πολυκατοικίες «φαβέλες»; Με τον πολλαπλασιασμό των πύργων θα πολλαπλασιάζονται και οι άστεγοι που πεθαίνουν στα παγκάκια; Πληθαίνουν τα υπερβολικά και ανόητα ερωτήματα. Η μαύρη μου αλήθεια είναι πως η κοινωνία των δύο ταχυτήτων δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχα υπόψη και που ευχόμουνα, όταν μικρός ξενέρωνα με τον πολτό.

Το νεαρό σε ηλικία κράτος και η πολιτεία μας ακόμη πλάθονται, σκέφτομαι. Πολλά είναι τα όμορφα και αισιόδοξα μικροπράγματα της καθημερινότητας που συναντά και που βιώνει κανείς που ζει εδώ. Προς ποια κατεύθυνση θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον να κινηθούμε, ίσως να είναι ένα τελευταίο μου ανόητο ερώτημα. Ίσως επίσης να μην είναι και πολύ ρητορικό.

Θα δείξει.

Σχετικά με τον συντάκτη

Πάρις Δημητριάδης

Πέρα απ' το να είσαι πάντα ο εαυτός σου, ο Κέρμιτ ο Βάτραχος και ο Πάρις σε θέλουν επίσης και να μην παίρνεις ποτέ πολύ σοβαρά τον εαυτό σου.

Δες κι αυτά

Ιστορίες