«Το ξέρεις πως στην Ιαπωνία φτιάχνουνε τις καλύτερες νεκροφόρες;»

SING WITH ME: η Ελένη Ξένου εμπνέεται μια ιστορία από ένα τραγούδι

12 Jul 2017

Τραγούδι: Big In Japan

«Το ξέρεις πως στην Ιαπωνία φτιάχνουνε τις καλύτερες νεκροφόρες;» του είπε καθώς έψαχνε το σουτιέν της ανάμεσα στα σεντόνια ενώ εκείνος είχε ήδη σηκωθεί από το κρεβάτι γυμνός ψάχνοντας για σταχτοδοχείο.

Τον κατέλαβε εξ ’απροόπτου η πληροφορία ή μάλλον δεν ήταν η πληροφορία που τον ξάφνιασε αλλά ότι προερχόταν από τον δικό της «σκληρό δίσκο». Δεν θα περίμενε ποτέ ότι αυτή η γυναίκα την οποία συναντούσε στα κρυφά δύο φορές τη βδομάδα στο δωμάτιο 203 ενός κακόγουστου ξενοδοχείου στη Λάρνακα, δίπλα από τα διυλιστήρια, θα ενδιαφερόταν για το ποια χώρα κάνει τις καλύτερες νεκροφόρες. Από την άλλη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τί πραγματικά την ενδιέφερε αφού ουδέποτε μπήκε στον κόπο να μοιραστεί μαζί της κάτι περισσότερο από το σάλιο, τον ιδρώτα και τα υγρά της.

Ήξερε μόνο τα απαραίτητα, πως ήτανε παντρεμένη και πως είχε ένα γιό 16 χρονών, ένα χρόνο μεγαλύτερο από τη δική του κόρη. Ούτε εκείνη ωστόσο δεν του έκανε πολλές ερωτήσεις, με το ζόρι θυμότανε δύο τρείς στους τρείς μήνες των κρυφών τους συναντήσεων. Μία ήτανε για τη δουλειά του και οι άλλες δύο αφορούσανε στο γάμο του, συγκεκριμένα πότε είχε παντρευτεί κι’ αν εξακολουθεί να κάνει σεξ με τη γυναίκα του. Σε καμία από αυτές δεν απάντησε την αλήθεια και όχι γιατί δεν την εμπιστευόταν αλλά διότι προτιμούσε να αφήνει έξω από την πόρτα του 203 την πραγματική του ζωή.

Ήξερε μόνο τα απαραίτητα, πως ήτανε παντρεμένη και πως είχε ένα γιό 16 χρονών

Έριξε τη στάχτη στο σταχτοδοχείο και τράβηξε λίγο την κουρτίνα για να δει από πού προερχόταν η μουσική. Είχε ήδη πάει έξι το απόγευμα, σε μια ώρα θα’ πρεπε να ΄ναι στο σπίτι να ετοιμάζεται για το πάρτι που διοργάνωνε ένας φίλος επ’ ευκαιρίας της 18ης επετείου του γάμου του. Αφού χτένισε με το βλέμμα του όλο το μήκος της παραλίας μπροστά από το ξενοδοχείο, εντόπισε στην άκρη της τους υπαίτιους των δυνατών ντεσιμπέλ. Μια παρέα πιτσιρικάδων με μπόλικα τατουάζ, τα οποία από μακριά έμοιαζαν σαν μαυρόασπροι λεκέδες, είχανε στήσει μια τέντα και γλεντούσανε με την ανεμελιά της ηλικίας τους τις λιγοστές ώρες που τους απέμεναν πριν καταταγούν στο στρατό.

Το «Big in Japan» ανέβαζε την αδρεναλίνη τους, βουτούσαν στη θάλασσα λες και ήθελαν να σκίσουν τα κύματα και ύστερα έβγαιναν στην επιφάνεια φωνάζοντας ακατανόητα συνθήματα. Του φάνηκε παράξενο που το ίδιο αυτό τραγούδι ερχότανε είκοσι και πλέον χρόνια μετά, να σηματοδοτήσει τη νύχτα ελευθερίας αυτών των παιδιών, όπως είχε σηματοδοτήσει και τη δική του.

Δεν είχε ιδέα τότε πού πέφτει η Ιαπωνία, ούτε και είχε κάποια ιδιαίτερη επιθυμία να μάθει, τότε οι επιθυμίες του ήτανε να γυρνάει με τη μηχανή έξω από το Πικαντίλι, να παίζει φλίπερ, να πνίγει το μεθύσι του με ένα «ρόστο χαλούμι» του Πέτρου έξω από το Παγκύπριο, να πειράζει τις γκόμενες στην Αφρικάνα και να κολλάει με μανία τις αφίσες των Λέτ Ζέππελιν στο δωμάτιο του. Και ύστερα βρέθηκε κουρεμένος γουλί, να φοράει σκληρά παπούτσια και μια στολή μεγαλύτερη από το μπόι του, ανήμπορος να κατανοήσει σε τί θα τον ωφελούσε αυτή η πρόωρη εξομοίωση.

Στα γκρίζα δωμάτια του στρατού, τα γεμάτα από τσιμέντο, σε μια φυλακή φτιαγμένη από μπετόν αρμέ, ένιωσε για πρώτη φορά τη βαρύτητα του χρόνου και άρχισε να υποψιάζεται την κατάρα που του χρεώθηκε. Η εποχή της αθωότητας είχε τελειώσει με τον πιο βίαιο τρόπο και κείνος κάθε φορά που έπρεπε να βγει αναφορά ένιωθε πως εκτελούσε μια καταδίκη για την οποία κρίθηκε ένοχος χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί. Το μόνο που καταλάβαινε, κι’ αυτό γιατί το ένιωθε και στο τελευταίο κύτταρο του σώματος του, και όχι γιατί περνούσε μέσα από διεργασίες του μυαλού του, ήταν πως δεν είχε το δικαίωμα να αναπνεύσει όσο ήθελε, ούτε και να απλώσει τον εαυτό του μέσα στα πάθη και στα τρελά όνειρα που άρμοζαν στην ηλικία του. Με ένα «Δεν ξεχνώ» καρφωμένο στο κούτελο του, κάτω ακριβώς από το κράνος, πιο μεγάλο από τα τατουάζ των πιτσιρικάδων που τώρα τους παρακολουθούσε να ανάβουνε φωτιές στην παραλία και να χορεύουνε μέσα στους καπνούς της υγρασίας, είχε απωλέσει το προνόμιο να ορίζει τα νιάτα του. Από κείνο το σημείο και μετά θα ήταν υπόλογος για ό,τι ξεχνούσε και για ό,τι επέλεγε να θυμάται. Η συλλογή εμπειριών οι οποίες θα αποτελούσαν το υλικό για τις αναμνήσεις του, δεν ήταν ένα ιδιωτικό του προνόμιο, κι’ αν ήθελε να παραμείνει εντός της διαχωριστικής γραμμής, έπρεπε να εξοικειωθεί μ’ αυτή τη συνειδητοποίηση.

Πόσο εξοικειώθηκε δεν ήτανε της ώρας να το απαντήσει, παρότι η μυστική παρουσία του σε ένα κακόγουστο δωμάτιο ξενοδοχείου με μια γυναίκα η οποία τον έκανε να αισθάνεται πως εκείνη η υπέροχη αίσθηση της αθωότητας δεν είχε χαθεί ολότελα από τα κύτταρα του, σήμαινε πως είχε αποτύχει. Είχε αποτύχει να διαχωρίσει τη θέση του από αυτή την επιβεβλημένη εξοικείωση, είχε αποτύχει να υπερασπιστεί το δικαίωμα του να ζήσει έξω από τις γραμμές που διαχώριζαν το μέσα και το έξω του.

Πήρε μια βαθιά εισπνοή και γύρισε προς το μέρος της. Εκείνη είχε ήδη φορέσει τα ρούχα της και καθότανε στην άκρη του κρεβατιού μπροστά από ένα καθρέφτη έτοιμη να φορέσει το κραγιόν της και να σβήσει κάτω από αυτό κάθε ίχνος παράνομου σάλιου που είχε απομείνει στα χείλη της.

«Έχεις πάει στην Ιαπωνία;» τη ρώτησε
«Ναι αμέ. Εκεί πέρασα το μήνα του μέλιτος μου» είπε και γέλασε δυνατά.
Και πριν προλάβει να εκφράσει την έκπληξη του, εκείνη συνέχισε.
«Η αλήθεια είναι πως δεν πήγαμε μόνο για μήνα του μέλιτος. Πήγαμε και για μια έκθεση νεκροφόρων, η μεγαλύτερη που γινότανε τότε στον κόσμο»
«Έκθεση νεκροφόρων;»
«O άντρας μου είναι ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών. Δεν έτυχε να στο πω;»
«Όχι δεν έτυχε» απάντησε και ενώ υπό άλλες συνθήκες θα τον διασκέδαζε αυτή η αποκάλυψη, τώρα του προκαλούσε ένα υπόγειο τρόμο όπως εκείνο που αισθάνεται κανείς όταν ξαφνικά έρχεται αντιμέτωπος με τη μοίρα του.
«Το γραφείο μας είναι το πιο παλιό στη Λευκωσία» συνέχισε εκείνη. «Σίγουρα το ξέρεις, μπορεί και να σου έχουμε θάψει κάποιον συγγενή, ίσως και να συναντηθήκαμε πιο πριν, σε κάποια κηδεία, αλλά σιγά μην πρόσεχε ο ένας τον άλλο μέσα στους τάφους και τα φέρετρα».

Σκέφτηκε πως στην επόμενη τους συνάντηση, εκείνος θα ήτανε ήδη κλεισμένος μέσα στο ορθογώνιο κουτί

Μπορεί και να ήταν έτσι, όπως τα έλεγε. Ποιος ξέρει. Όταν είδε τη φωτογραφία της σε κείνο το σάιτ γνωριμιών που του έδειξε ένας κολλητός του, δεν του θύμιζε τίποτα, ούτε κηδεία ούτε και κάτι άλλο. Το μόνο που του ξυπνούσε ήτανε μια έντονη επιθυμία να κυλιστεί μαζί της στο κρεβάτι, όπως έκανε στα νιάτα του, τότε που ο ιδρώτας στα σεντόνια ήτανε το υγρό των επιθυμιών του και όχι το απόσταγμα από τους εφιάλτες που στοίχειωναν τον ύπνο του.

«Δουλεύεις και συ μαζί του στο γραφείο τελετών;» τη ρώτησε

«Ναι, τι άλλο να’ κανα. Μπήκα στην επιχείρηση από νωρίς. Κανονικά το σώμα μου θα ‘ πρεπε να σου μυρίζει θανατίλα» είπε και γέλασε ξανά δυνατά με ένα γέλιο κακαριστό το οποίο εκείνου του φάνηκε πως δεν ήτανε το δικό της γέλιο, αλλά της ίδιας της μοίρας, που τον κοιτούσε τώρα κατάματα, να στέκεται με το σώβρακο δίπλα στο παράθυρο, ανίκανος να κατανοήσει το νόημα των γεγονότων.

«Και τί ακριβώς κάνεις εσύ εκεί;» τη ρώτησε για να αποφύγει τους περαιτέρω συνειρμούς.

«Α, δεν πρόκειται να το βρεις όσο κι’ αν προσπαθήσεις. Εγώ, μωρό μου, έτσι όπως με βλέπεις, είμαι ο καλλιτέχνης του γραφείου»

«Ο καλλιτέχνης του γραφείου;»

«Ακριβώς. Βάφω τους νεκρούς. Τους περιποιούμαι με τα καλύτερα προϊόντα, τους κάνω όλους κούκλους. Ξέρεις ότι το μακιγιάζ των νεκρών έχει άλλα υλικά, από κείνα που έχουμε εμείς οι ζωντανοί;»

Όχι δεν το ξερε και ούτε ήθελε να το μάθει. Κοίταξε το ρολόι του περισσότερο για να βρει μια πρόφαση παρά για να μάθει την ώρα και κόβοντας άτσαλα την κουβέντα της είπε πως έχει αργήσει, πως πρέπει να φεύγουνε από λεπτό σε λεπτό.

«Ναι έχεις δίκαιο. Πέρασε η ώρα. Θα στα διηγηθώ άλλη φορά, δεν έχεις ιδέα τι έχουνε δει τα μάτια μου» είπε εκείνη με τον ίδιο τσαχπίνικο τρόπο που του μιλούσε και την ώρα που έμπαινε μέσα της.

«Θα υπήρχε άλλη φορά;» διερωτήθηκε καθώς το κοντέρ του αυτοκινήτου του άγγιζε τα 140 χλμ και το κινητό του δεχότανε την τέταρτη συνεχόμενη κλήση από τη γυναίκα του, που θα την άφηνε κι’ αυτή αναπάντητη, όπως και το ερώτημα αν θα ζούσε ακόμα μια κρυφή συνάντηση στο δωμάτιο 203 με μια γυναίκα που πλέον δεν μύριζε μόνο τη ξεχασμένη του νιότη αλλά και το μέικ άπ του θανάτου.

Πάτησε γκάζι και μια παράξενη σκέψη στριφογύρισε στο μυαλό του η οποία του φάνηκε περισσότερο σαν πρόβλεψη, παρά σαν μια παρανόηση του νου του. Σκέφτηκε πως η επόμενη φορά που θα συναντιόταν, εκείνος θα ήτανε ήδη κλεισμένος μέσα στο ορθογώνιο κουτί και εκείνη θα του έβαφε το νεκρό του πρόσωπο με την ίδια τρυφερότητα με την οποία τον χάιδευε μετά που ιδρωμένοι ακουμπούσαν στο μαξιλάρι και ένιωθαν πως αιωρούνταν πάνω από το χρόνο.

Για κάποιο μυστήριο λόγο η σκέψη αυτή τον έκανε να αισθάνεται ένα παράξενο αίσθημα ελευθερίας.

Δες και το προηγούμενο

Sing with me