Αυγή Λίλλη και Στην άκρη μια ουρά

Αυγή Λίλλη και Στην άκρη μια ουρά

Την Αυγή Λίλλη ως ποιήτρια την εκτιμώ βαθιά. Μάλλον γιατί μέσα στις σελίδες της, πίσω απ’ τις λέξεις της, εντοπίζω ψήγματα του εαυτού μου σ’ ένα διάλογο με το κείμενό της. Ως παρουσία δε με τσιγκλάει δημιουργικά αφού, είμαι πεπεισμένη, ότι εντοπίζω πάνω της εκείνα τα ροκ χαρακτηριστικά που υποθέτω ότι διατηρούσαν οι γυναίκες αιώνες πριν από την ροκ κουλτούρα. 

Συναντηθήκαμε βράδυ στην παλιά πόλη, στην αυλή του Έρμα. Με αλκοόλ και χωρίς φιξαρισμένο ερωτηματολόγιο, αφήσαμε τις λέξεις να πάρουν τον δρόμο τους. Κι αν τελικά στη ζωή όλα είναι δρόμος, η Τέχνη, κάθε μορφής, επιβεβαιώνει ότι οι άνθρωποι, κάπου, κάπως, θα την βρούμε την άκρη.  

Συνέντευξη στην Ιωάννα Χριστοδούλου


Η ποιητική συλλογή της Αυγής Λίλλη με τίτλο “Στην άκρη μια ουρά” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θράκα. Η παρουσίαση της συλλογής θα πραγματοποιηθεί στο Εγκώμιο Πολιτιστικό Κέντρο την Παρασκευή 10/12 στις 19.30 


Καταρχάς νιώθω την ανάγκη να σου πω ότι εντοπίζω μία γοητευτική απόχρωση του μαύρου στη δουλειά σου. Και το λέω για καλό! 

Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν το ξανάκουσα (γέλια). Ίσως να ‘ναι τη μελαγχολία και τη νοσταλγία που έχεις εντοπίσει και σου μίλησαν έτσι. Ωστόσο δεν θα το αρνηθώ ότι η δουλειά μου εμπεριέχει το μαύρο.  

Πού το αποδίδεις αυτό; 

Μπορεί να ‘ναι το γεγονός ότι με εμπνέει περισσότερο η νύχτα παρά η μέρα. Ανέκαθεν. Αυτό δεν μπορώ παρά να το αποδώσω στις εφηβικές καταβολές και τον διάλογο με μουσικές, παρά με ποιητικές φωνές. Μέχρι σήμερα θαυμάζω και βρίσκω ενδιαφέρον, ως κοινωνικό φαινόμενο, τις γυναικείες ροκ φωνές. Και έχουν κάτι μέσα τους από νύχτα. Ακόμα με συναρπάζουν τα μαθητικά μου ακούσματα. Garbage, Tori Amos, Kate Bush… Mε συναρπάζουν αυτές οι φωνές και με παρασύρουν ως αίσθηση. Δεν είναι κατ' ανάγκη ο στίχος, αδυνατώ κιόλας να αποστηθίζω στίχους, αλλά είναι η προσωπικότητα ενός έργου που με συναρπάζει. 

Θέλω μέσα από ένα έργο να αναρωτηθώ, να αμφισβητήσω, να ερωτευτώ. 

Τι αναμένεις από ένα έργο μουσικό, συγγραφικό ή εικαστικό; 

Να συγκλονιστώ. Θέλω το έργο να με κάνει να το κοιτάξω βαθιά, να το ακούσω ξανά, να ανατρέξω να το διαβάσω για δεύτερη φορά. Θέλω μέσα από ένα έργο να αναρωτηθώ, να αμφισβητήσω, να ερωτευτώ. 

Πότε συγκλονίζονται περισσότεροι οι άνθρωποι; 

Υποθέτω όταν ερωτεύονται, όταν βρίσκονται ενώπιον μιας καταστροφής, όταν βιώνουν απώλειες... Βεβαίως, όταν πρόκειται για μεγάλες απώλειες, αυτές εμπεριέχουν και κάτι πιο παρατεταμένο. Έχει κάποιος να διαχειριστεί το πένθος, τον θρήνο… Ο συγκλονισμός είναι κάτι πιο άμεσο. Θα επιστρέψω στον έρωτα όμως και θα υποθέσω ότι προκαλεί αυτό το συναίσθημα στους ανθρώπους. Τον συγκλονισμό, με την έννοια του θαυμασμού, της βαθιάς συγκίνησης, της πληρότητας μέσα από την ταραχή.  

Ο έρωτας, για σένα, πώς μεταφράζεται; 

Ξέρεις, για πολλά χρόνια τον έρωτα τον ταύτιζα μ’ αυτό που λέμε 'καψούρα' κι οφείλω να πω ότι ίσως αυτή να 'ναι και η καλύτερή του εκδοχή. Παρόλα αυτά, μεγαλώνοντας, έχω εντοπίσει και άλλες εκδοχές του έρωτα κι ευτυχώς που υπάρχουν κι αυτές.  

Συγγραφικά υπάρχει κάτι καινούργιο να ειπωθεί για τον έρωτα;

Πάντοτε υπάρχει κάτι καινούργιο να ειπωθεί για τον έρωτα. Είναι αμέτρητες οι εκφάνσεις. Αλλιώς τον κατέγραψε ο Cummings αλλιώς ο Χριστιανόπουλος, διαφορετικά η Plath. Συγγραφικά πάντοτε θα απασχολεί ο έρωτας. Στις τέχνες γενικότερα τα θέματα που απασχολούν δεν είναι πολλά. Έρωτας, καθημερινότητα, θάνατος, επανάσταση. Αυτά τα θέματα μάς έχουν δώσει και θα εξακολουθήσουν να μας δίνουν μεγάλα έργα. 

Συγγραφικά πάντοτε θα απασχολεί ο έρωτας. Στις τέχνες γενικότερα τα θέματα που απασχολούν δεν είναι πολλά. Έρωτας, καθημερινότητα, θάνατος, επανάσταση.

Τι κάνει ένα έργο οικουμενικό; 

Νομίζω αυτό καθορίζεται όταν το τοπικό γίνεται καθολικό κι όταν το προσωπικό γίνεται συνολικό. Το τραύμα, ο πόνος, η χαρά, το πάθος εκφράζουν το πανανθρώπινο. 

Τι είναι αυτό που ενώνει τους ανθρώπους; 

Η όμοια και αναμφισβήτητη κατάληξή μας. Ο φόβος και η βεβαιότητα του θανάτου είναι μία επίγνωση που μπορεί να μας ενώνει. 

Λείπει σήμερα, στις ανεπτυγμένες τουλάχιστον χώρες, αυτή η επίγνωση; 

Μπορεί. Και ξέρεις τι άλλο νομίζω ότι λείπει από την εποχή μας και δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί; Μία μεγάλη επανάσταση. Σχεδόν με εκπλήσσει αυτό. Παρατηρώ ότι οι συνθήκες που ζούμε είναι παρόμοιες με άλλες εποχές. Συνθήκες που ξεσήκωσαν τον κόσμο στο παρελθόν. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που σταματά τους ανθρώπους σήμερα. Ίσως η ευμάρεια, η βαρεμάρα, ο φόβος να μην χάσουν αυτά που τους απέμειναν... 

Όταν κάποτε με ρωτούν αν η ποίηση και η τέχνη μπορούν να σώσουν τον κόσμο, η αβίαστη απάντησή μου είναι πώς όχι

Ως ποιήτρια εν έτει 2021, πώς παρατηρείς τον κόσμο γύρω σου; 

Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη ακούγοντας, βλέποντας και βιώνοντας τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας. Ξέρεις, όταν κάποτε με ρωτούν αν η ποίηση και η τέχνη μπορούν να σώσουν τον κόσμο, η αβίαστη απάντησή μου είναι πώς όχι. Όμως, και το πιστεύω πραγματικά αυτό, μπορούν να σώσουν έναν άνθρωπο. Μπορεί να το βλέπω έτσι γιατί ως ποιήτρια έχω επιρροές απ’ τα ρομαντικά πρότυπα. Με ελκύει η δημιουργία της ομορφιάς. Κι όταν τίθεται ως θέμα γιατί κάποιος έχει ανάγκη να δημιουργεί, η απάντηση θεωρώ ότι είναι πολύ απλή. Γιατί με αυτό τον τρόπο αισθάνεται, έτσι περνάει καλά, έτσι επικοινωνεί την ομορφιά, όπως και αν την αντιλαμβάνεται. 

Σε ποιον απευθύνεται ένας ποιητής σήμερα;  

Θεωρώ ότι οι συνειδητοποιημένοι ποιητές σήμερα στοχεύουν στην επικοινωνία με όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο. Τους αφορά αυτό το άνοιγμα κι έχω την εντύπωση ότι αυτό οφείλεται στην επιδίωξή τους να διορθώσουν την μεγάλη ζημιά που έχει κάνει το σχολείο στην ποίηση. 

Δηλαδή; 

Η ζημιά που δημιούργησε το σχολείο είναι μεγάλη κι αυτό είναι κάτι που με στεναχωρεί. Δεν ήταν πάντοτε έτσι τα πράγματα αλλά από μία φάση και μετά η διδασκαλία της ποίησης στεγανοποιήθηκε στα σχολεία. Δεν γνωρίζω πόσο 'ελεύθερα' μπορεί να διδάξει κάποιος την ποίηση σ’ ένα μαθητή αλλά, απ’ τα δικά βιώματα κι απ’ ότι ακούω, εξακολουθεί να είναι μία διαδικασία μετρήσιμη σε βαθμό και απλά ένα ακόμα μέρος της εξεταστέας ύλης. Προσωπικά θεωρώ ότι όσον αφορά στη διδασκαλία της ποίησης πρέπει να δίνεται βαρύτητα στην απόλαυση του κειμένου και το τι αισθάνεται κάποιος απέναντι στο κείμενο. Καταλαβαίνω ότι αυτό είναι δύσκολο να αξιολογηθεί αλλά...  

Μήπως αυτό που λες αφορά στη διδασκαλία της ποίησης στο Λύκειο; 

Κοίτα, τα μικρότερα παιδιά φαίνεται να αντιλαμβάνονται τη σχέση της ποίησης με το τραγούδι και νιώθουν την εγγύτητα. Μεγαλώνοντας, όταν οι καθηγητές τους αντιμετωπίζουν την τέχνη, που έχει πρωτίστως ψυχαγωγικό ρόλο, ως αντικείμενο προς αποδόμηση τότε χάνει την ομορφιά της. Γίνεται να παίρνεις ένα ποίημα και να λες ότι αυτή η λέξη συμβολίζει ή σημαίνει το τάδε πράγμα; Η ποίηση ήταν ανέκαθεν πρακτικά κοντά στο τραγούδι και υπάρχει η άποψη ότι είναι οι μοντερνιστές που διέκοψαν αυτό τον δεσμό. Αυτό υποστηρίζει μεταξύ άλλων ο Κώστας Κουτσουρέλης πολύ συχνά στα κείμενά του και, υποθέτω, κι άλλοι. Προσωπικά, δεν δαιμονοποιώ τον μοντερνισμό, θαυμάζω τα έργα του και στέκομαι απέναντι στην κομβική του λειτουργία στην ιστορία της τέχνης, αλλά όντως, θυμίσου τι ήταν η ποίηση από τον Όμηρο έως τον μοντερνισμό. Πόσο δυνατή ήταν η έμμετρη και η μουσική της ιδιότητα. Αυτή τη μουσικότητα την εντοπίζουμε, βεβαίως, κι όταν δεν υπάρχει μέτρο, αφού κουβαλά ένα εσωτερικό ρυθμό τον οποίο μπορεί ο αναγνώστης να τον αναγνωρίσει. Κι έτσι ένα ποίημα αποκτά μία ηχητική ταυτότητα ή και οπτική. Στις μικρότερες ηλικίες, κάποιες βασικές αισθήσεις και αντιλήψεις, όπως αυτή, είναι πιο ξεκάθαρες. Γι’ αυτό στα παιδιά αρέσουν τα ποιηματάκια που μαθαίνουν στο σχολείο, διότι είναι πιο κοντά στο τραγούδι. Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο όλα αυτά χάνονται στη θεωρία και την υπερανάλυση. 

Τι μπορεί να φταίει για αυτό; 

Έχω την εντύπωση ότι υπάρχουν άνθρωποι σε καίριες θέσεις που ενδεχομένως δεν αγαπούν αυτό που κάνουν. Είναι πολλοί αυτοί που σπουδάζουν φιλολογία και μετά το Πανεπιστήμιο δεν ξανανοίγουν βιβλίο. Αν αγαπάς το αντικείμενό σου, όποιος και να είναι ο εκάστοτε Υπουργός Παιδείας, όποιο και να είναι το πρόγραμμα, θα βρεις τον τρόπο να προσεγγίσεις τους μαθητές σου. Όλοι ξέρουμε εκπαιδευτικούς που το πετυχαίνουν. Οπότε, αυτό που ενδεχομένως φταίει, μπορεί να είναι η ασυμφωνία και η ασυνέχεια μεταξύ της εποχής μας και του συστήματος.  

Εσύ πώς θα ήθελες να φτάσεις κοντά στο νεαρό ηλικιακά κοινό; 

Υποπτεύομαι ότι κοντά στο κοινό αυτό φτάνεις με λόγο καθαρό και γνήσιο. Κι αν είναι να μεταφερθεί κάτι, θα μεταφερθεί. Τώρα αν μιλάμε για την διαφορά του αναγνώστη βιβλίου και του χρήστη τάμπλετ, θα αρκεστώ να πω ότι το χάσμα είναι μεγάλο. Παρόλα αυτά, δεν θα πω ψέματα, ναι, θα ήθελα να με διαβάσει ένα δεκαεξάρης και να ακούσω τη γνώμη του. 

Εσύ ως μαθήτρια πώς αντιμετώπιζες την ποίηση;  

Θυμάμαι έντονα να διδάσκομαι τον "Τελευταίο Σταθμό" του Σεφέρη στο Λύκειο κι όταν έπειτα τον διδάχθηκα ξανά στο Πανεπιστήμιο είχα πάθει σοκ με το πόσο διαφορετικά τον είδα. Το “Επί Ασπαλάθων”, του ιδίου, που στο Λύκειο διδασκόταν με ένα συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό στόχο, αντιλήφθηκα αργότερα ότι δεν είναι ένα απ’ τα σπουδαιότερα του Σεφέρη. Μ’ άρεσε κι ο Καρυωτάκης, απ’ τους αγαπημένους μου, στον οποίο πάντοτε επιστρέφω κι όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο τον αγαπώ. Κι ο Αναγνωστάκης επίσης, τον οποίο εκτίμησα περισσότερο στα φοιτητικά παρά στα μαθητικά μου χρόνια. Με συγκινεί το πώς εκφράζεται η πολιτική και ιδεολογική ματαίωση. Από το Λύκειο θυμάμαι έντονα τον Καβάφη και το μαγικό του μέγεθος, μία μαγεία που σπανίζει και δεν μπορεί να αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Δεν θα τον συγκαταλέξω στους αγαπημένους μου, αλλά οφείλω να αναγνωρίσω την αξιοζήλευτή του καθολικότητα και το διεθνές του μέγεθος. Η οικουμενικότητα του δεν είναι τυχαία, ούτε η απόλαυση του κειμένου. Γενικότερα η ποίηση στα σχολεία θα έπρεπε να έχει να κάνει με την απόλαυση του κειμένου, όπως λέμε για τα αθλήματα ‘for the love of the game’. Είναι τόσο απλό. 

Οπότε, θεωρείς ότι το μετρήσιμο της βαθμολόγησης είναι που κάνει την ζημιά;

Κι η αποδόμηση του κειμένου που προηγείται, την οποία θεωρώ ανεπίτρεπτη. Είναι σα να βλέπεις ένα πίνακα και να πηγαίνεις να ξύνεις τον καμβά για να δεις τι έχει από κάτω. Είναι σα να σου ζητούν, χωρίς να είσαι μουσικός, να μάθεις απ’ έξω τις παρτιτούρες ενός τραγουδιού για να δικαιολογήσεις γιατί σ’ αρέσει ή όχι ένα τραγούδι. Στην περίπτωση των εφήβων -σκέψου τώρα να έχεις απέναντί σου ένα καζάνι που βράζει κι είναι έτοιμο να απορροφήσει το κάθε ερέθισμα- να παρουσιάζεις την ποίηση και την γνώση ως μία βαρετή διαδικασία κανόνων και πρέπει. Ο μαθητής, πόσο μάλλον ο έφηβος, δεν έχει το δικαίωμα να εκφράσει αν του αρέσει ή όχι ένα ποίημα και να αντιλαμβάνεται γιατί. Μιλάμε για κριτική σκέψη ενώ την ίδια στιγμή κάνουμε τα ποιήματα φύλλο και φτερό. Ωστόσο, το πώς μπορεί η απόλαυση του κειμένου να γίνει μετρήσιμη και να αξιολογηθεί εκπαιδευτικό σύστημα, δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι με τις δυνατότητες του 21ου αιώνα, θα υπάρχει ο τρόπος, αν υπάρχει ο στόχος.  

Ζούμε σε μία εποχή που αρέσκεται στο μετρήσιμο και χάνει την ουσία και την απόλαυση;  

Υποθέτω πώς ναι και θα σου απαντήσω με παραλληρισμό. Δεν επιθυμώ να παρελθοντολογώ αλλά θα το κάνω. Η ψηφιακή μας εποχή,προσωπικά με κουράζει. Γιατί στο μέτρημα κερδίζει το πολλή και χάνεται η ουσία. Να σου δώσω ένα χαζό παράδειγμα. Την νοσταλγώ την λεγόμενη αναλογική εποχή όταν αντί να φωτογραφίσω δεκαπέντε φορές ένα τοπίο το φωτογράφιζα μία γιατί δεν θα με έφτανε το φιλμ. Συγκρίνοντας με τον instagram τρόπο σκέψης του σήμερα, νιώθω ότι όλα είχαν περισσότερο νόημα και ουσία. Έτσι το βιώνω εγώ τουλάχιστον. Σκέψου μόνο την τελετουργία της αναλογικής εποχής, να είσαι έφηβη και να καις τα γράμματα του πρώην σου (γέλια). Δεν είναι περισσότερη η απόλαυση απ’ το να πατήσεις το κουμπί της διαγραφής; 

Είναι δύσκολη η εποχή που διανύουμε;

Είναι διαφορετική. Κάτι που με ενοχλεί ιδιαίτερα είναι η επικριτικότητα και η αγένεια που την διακρίνει. Η κρίση και οι αποφάσεις της πλειονότητας του κόσμου φαίνεται να στηρίζονται σε αυτά τα δύο. Νιώθω ότι αποτελούν μεγάλο πρόβλημα και οι πηγές ενημέρωσης του κόσμου σήμερα. Οι ψευδείς ειδήσεις, η συνωμοσιολογία, ο αντιδεοντολογικός τρόπος που παρουσιάζονται κάποια θέματα της επικαιρότητας. Νιώθω ότι έχει γίνει μία μαζική ζημιά που έχει επιπτώσεις στην κοινωνία. Είναι αφύσικη η ταχύτητα στην ροή πληροφοριών και ανώμαλα φυσική η μετάβαση από τη μια κουβέντα στην άλλη. Με λυπεί, για παράδειγμα, που οι  νέοι ενημερώνονται αποκλειστικά από τα κοινωνικά δίκτυα και που όλο και λιγότεροι ασχολούνται με την ανάγνωση βιβλίων και την τέχνη γενικότερα.  

Ισχύει ότι η Τέχνη είναι για τους λίγους; 

Θα διαφωνήσω γιατί πιστεύω ότι είναι η Τέχνη είναι για τον καθένα. Απλά ο καθένας συγκινείται με κάτι διαφορετικό. Ξέρεις, έχω κόσμο γύρω μου που δηλώνει “Εγώ δεν διαβάζω τίποτα αν δεν έχει εικόνες”. Ε, αυτό δεν γίνεται και το φταίξιμο πάει στην Παιδεία. Δεν μπορείς να μην αγαπάς το διάβασμα. Θεωρώ ότι ο κάθε άνθρωπος μπορεί να εντοπίσει ένα βιβλίο που θα του μιλήσει και θα το αγαπήσει.

Γιατί είναι σημαντικό να διαβάζει ο κόσμος; 

Θα πω το κλισέ αλλά είναι σημαντικό να διαβάζει γιατί ανοίγει το μυαλό. Μέσα από την ανάγνωση βλέπεις μια δυνατότητα, στη ζωή, στον κόσμο, που ενδεχομένως δεν σκέφτηκες ότι υπάρχει. Οι δυνατότητες είναι άπειρες και μ’ αρέσει αυτό. Η κάθε ιστορία που διαβάζουμε θα μπορούσε να υπάρχει. Επιπλέον, μπορεί να δούμε να αποδίδεται μία θεματολογία με έναν πανέμορφο ή αντισυμβατικό ή επαναστατικό τρόπο τον οποίο δεν σκεφτήκαμε. Αυτό που λέω δεν αφορά μόνο στην ποίηση. 

Με τι παραλληρίζεις την αίσθηση που σου προκαλεί η ποίηση;  

Με τους πίνακες ζωγραφικής. Για μένα είναι πολύ κοντινά τα δύο. Όταν διαβάζω, το βίωμα της ανάγνωσης αλλά και τα ποιήματα που με έχουν συγκινήσει κατά καιρούς, αβίαστα τα παραλληλίζω με την θέαση εικαστικών έργων. Δεν ξέρω αν αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο παππούς μου ήταν ζωγράφος. Με συνεπαίρνουν οι εικαστικές τέχνες και θυμάμαι έντονα τα συναισθήματά μου όταν βρέθηκα απέναντι από συγκεκριμένους πίνακες. 

​Μπορείς να ανακαλέσεις ένα συγκεκριμένο περιστατικό;  

Να αναφέρω το έργο “Πρόγευμα στη Χλόη”, του Μανέ, που όταν στάθηκα απέναντί του στο μουσείο Ορσέ στο Παρίσι, συγκλονίστηκα. Μία γυμνή γυναίκα ανάμεσα σε δύο ντυμένους άντρες κοιτάζει τον θεατή και μάλιστα εκτός προοπτικής.Ένιωσα κάτι πολύ επαναστατικό μπροστά σε ένα πίνακα που δεν έχει κατεξοχήν επαναστατική θεματολογία. Ένας άλλος πίνακας που με έκανε να νιώσω έτσι ήταν η "Γκουέρνικα" του Πικασό. Με έκανε απλά να στέκομαι και να μην θέλω να πω τίποτα. Φοβερό πράμα αυτό. Το ίδιο και “Ο κόσμος της Κύπρου” του Διαμαντή. Είναι τόσα πολλά... Οπότε, πίσω στα συναισθήματα που συγκλονίζουν, ως βίωμα η καλή ποίηση για μένα είναι αντίστοιχη με ένα όμορφο εικαστικό έργο. 

Ποια ποιήματα νιώθεις ότι σε έχουν καθηλώσει; 

Είναι τόσα πολλά κι αρκετά από αυτά είναι του Ηλία Λάγιου όπως τα “Η έρωτας κι ο θάνατος” και “Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο”. Της Τζένης Μαστοράκη το ποίημα που τιτλοφορείται “Η χαρά της μητρότητας” το οποίο και αξίζει  να το ακούσει κανείς όπως το απαγγέλει η ίδια. Του Καρυωτάκη το “Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο”, το οποίο δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές το έχω διαβάσει στη ζωή μου. Ένα άλλο, που το μελέτησα σε μεγαλύτερη ηλικία, είναι το “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι” του Σολωμού. Πόσο σπουδαίο έργο. Του Βύρωνος Λεοντάρη είναι πολλά επίσης τα ποιήματα που μου αρέσουν. Και του Κύπριου ποιητή Κώστα Βασίλειου αρκετά ποιήματα. Είναι μεγάλη η προσωπική μου λίστα (γέλια).   

Σου αρέσουν οι διαχωρισμού του τύπου “γυναικεία ποίηση” και “γυναικεία λογοτεχνία”; 

Χμ, θα αρκεστώ να πω ότι είμαι γυναίκα. Έτσι γεννήθηκα, έτσι υπάρχω. Αν κάτι που γράφω χαρακτηρίζεται ως “γυναικείο” σίγουρα δεν γίνεται επίτηδες. 

Τι διαχωρίζει τον άντρα από την γυναίκα; 

Το διαφορετικό σώμα οπότε η διαφορετική βιολογία. Κι αυτό δεν το βρίσκω ασήμαντο και ούτε πρέπει να το ξεχνάμε. Έχει πολλές εκφάνσεις και μία απ’ αυτές μάς θέλει να σκεφτόμαστε διαφορετικά. Θεωρώ σημαντική την στήριξη των φύλων αλλά οφείλω να πω ότι κοινωνικά είναι φορτισμένα με εντελώς διαφορετικό τρόπο και βάλλονται από στερεότυπα. 

Ο έρωτας φέρ' ειπείν, κάτι τόσο χιλιοειπωμένο, μπορεί να αναπαρασταθεί με πολλούς τρόπους. Ο ποιητής οφείλει να έχει την δυναμική, την άλλη προοπτική και δυνατότητα της γλώσσας και της έκφρασης. 

 

Ζούμε ο καθένας στον μικρόκοσμό του; 

Ναι. Προσωπικά μου παρέχει ασφάλεια ο μικρόκοσμος μου και, πολλές φορές, μου προσφέρει και άπλετη ευτυχία. Παρόλα αυτά, κάθε φορά που αναζητούσα παράταση σ’ αυτό που αποκαλούμε “μικρόκοσμο” εντόπισα ότι δυσκολευόμουν αργότερα να απεγκλωβιστώ. Θεωρώ ότι αρκετοί στράφηκαν στον μικρόκοσμό τους μετά από απογοήτευση απ’ την κοινωνία ή απ’ τη χώρα τους. Με λυπεί αυτό και γνωρίζω τέτοιους ανθρώπους που και έξυπνοι είναι και ικανοί. 

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί επιλέγει το “κλείσιμο” ένας άνθρωπος; 

Ίσως διότι αν έχεις κεραίες ισχυρές, η ανικανότητα, η διαφθορά και η απογοήτευση σε σπρώχνουν εκεί. Υπάρχει κόσμος που τα δέχεται αυτές τις καταστάσεις στο πλαίσιο του “κρύψε να περάσουμε”. Όσοι δεν σκέφτονται έτσι, παραμένουν στον μικρόκοσμό τους. 

Πού μας οδηγεί αυτό; 

Υποθέτω μας οδηγεί, μία ώρα αρχύτερα, σ’ έναν άσχημο και δυστοπικό προορισμό όπου έδαφος βρίσκει η ανεπάρκεια, η επιπολαιότητα, η επιφανειακότητα και η κοντοφθαλμοσύνη. Κι όσο περνάνε τα χρόνια, νομίζω ότι όλα αυτά γίνονται πιο έντονα. Μπορεί να είναι που μεγαλώνω κιόλας και τα βλέπω έτσι, δεν ξέρω. 

Είναι δουλειά του ποιητή να προτείνει την αλλαγή; 

Πιστεύω πως όχι. Μπορεί όμως να προτείνει κάτι με την καινοτόμα ή ξεχωριστή ή μοναδική χρήση των υλικών του. Να δώσω ένα παράδειγμα. Ο έρωτας φέρ' ειπείν, κάτι τόσο χιλιοειπωμένο, μπορεί να αναπαρασταθεί με πολλούς τρόπους. Υπάρχει όμως πάντοτε και ο τρόπος που δεν θα είναι περιττός και βαρετός. Ο ποιητής οφείλει να έχει αυτή την δυναμική, την άλλη προοπτική και δυνατότητα της γλώσσας και της έκφρασης. 

Πότε άρχισες να εκφράζεσαι μέσα από τη γραφή; 

Στο Λύκειο τα γραπτά μου ήταν, αυτό που λέμε, λυτρωτικά και αγχολυτικά. Ημερολογιακή γραφή και ζητήματα, κυρίως, ερωτικά. Πρόσφατα εντόπισα κάποια γραπτά της εποχής και συνειδητοποίησα ότι κρατούσα ημερολόγιο, με πολλή συνέπεια, έως και το πανεπιστήμιο. Το ημερολόγιο σίγουρα δεν είναι λογοτεχνία αλλά οφείλω να πω ότι στα γραπτά μου εκείνης της εποχής, βλέπω πολλά στοιχεία μου που διατηρούνται.  

Κλισέ αλλά γιατί γράφεις;   

Γράφω γιατί με κάνει πιο ευτυχισμένη. Γράφω γιατί νιώθω ότι θέλω να πω κάτι και η φωνή μου να ακουστεί. Ο στόχος είναι διαφορετικός, βεβαίως, κάθε φορά. Ξέρεις, σε μία συνέντευξη του μεγάλου μεταπολεμικού Ανδρέα Φραγκιά, ο συγγραφέας παρομοιάζει την λογοτεχνία με ένα χέρι που τείνει προς χαιρετισμό. Μου αρέσει αυτό. Διαφωνώ που πολλοί συγγραφείς λένε "Γράφω για μένα". Σίγουρα, ο καθένας μας για τον εαυτό του γράφει, κι αν δεν είναι ευχαριστημένος δεν το δίνει παρακάτω αλλά, κυρίως, πιστεύω ότι κάποιος γράφει γιατί θέλει να ακουστεί και να επικοινωνήσει. 

12

Εσύ τι θέλεις να επικοινωνήσεις; 

Να σου δώσω ένα παράδειγμα από την τελευταία μου ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται “Στην άκρη μια ουρά”. Μικρό βιβλίο, είκοσι τρία μόλις ποιήματα, όλα ερωτικά, λυρικά. Χωρίς συνδηλώσεις, χωρίς το ερωτικό στοιχείο να υποβόσκει. Τι θέλω να επικοινωνήσω; Πρόκειται για μια δουλειά που την είχα έτοιμη από καιρό και προβληματίστηκα αν έπρεπε να κυκλοφορήσει τώρα, μέσα στο σοκ της πανδημίας και της κοινωνικής και ψυχολογικής αναταραχής. Ήθελα να επικοινωνήσω όμως αυτό το περιεχόμενο. Με βασάνιζε, ήθελε να βγει απ’ το στομάχι, είπα "γιατί να το κρατάω;", βγήκε. Ήταν κι ένα προσωπικό διακύβευμα διότι ένιωσα ότι δεν θα ξαναγράψω σύντομα με αυτό τον τρόπο. 

Γιατί; 

Γιατί πλέον δεν είμαι εκεί συγγραφικά. Είμαι αλλού. Δεν το λέω με την έννοια της αποκήρυξης! Απλά θεωρώ ότι ήταν μία καλή συνθήκη, μετά την συλλογή “Η Σφαγή του Αιώνα”, να ακολουθήσει μία δουλειά καθαρά ερωτική. Και αυτό ήρθε και κάπως αβίαστα πρέπει να πω, ήταν σαν φυσική εξέλιξη. Ανέκαθεν με ενδιέφερε η αναπαράσταση του ερωτισμού και το λυρικό στοιχείο, σε όλα τα έργα, και στο σινεμά και στη ζωγραφική και παντού. Κι αυτό ήθελα να κάνω κάποια στιγμή. Να γράψω ένα έργο αμιγώς ερωτικό, ένα λαβ στόρι αν θέλεις. 

Για μένα η αναμέτρηση αυτή, να γίνει ο λόγος κείμενο, είναι μία προσπάθεια προς το άχρονο. Κάτι που νικά τον χρόνο.

 

Τι να αναμένει ο αναγνώστης από την καινούργια αυτή ποιητική συλλογή; 

Θα σου πω τι έχω συμπεριλάβει μέσα κι αφορά όλα τα στοιχεία που προσωπικά με συγκλονίζουν. Δεν είναι άλλα από το ανεκπλήρωτο, τον θρήνο, το κλάμα, την αγωνία κι άλλα αρχέτυπα που θα τα αφήσω στον αναγνώστη αν θέλει να τα ανακαλύψει. Αισθάνομαι ότι το δεύτερό μου βιβλίο, “Η Σφαγή του Αιώνα”, διαβάστηκε και αγαπήθηκε αρκετά. Πιστεύω ότι σε αυτό το τρίτο βίβλιο αρκετά στοιχεία, κυρίως ερωτικά, εξελίσσονται. Στη συλλογή “Στην άκρη μια ουρά” κυριαρχεί ο ερωτισμός και η αναπαράσταση του έρωτα σε διάφορες εκφάνσεις του. 

Μετά από τρία βιβλία, τι σου έμαθε η πορεία έως τώρα; 

Κοιτάζοντας πίσω στο 2011, το πρώτο μου βιβλίο “Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σε ένα σωσίβιο” σήμερα το κρίνω ως μια δουλειά ανώριμη. Και υπάρχει λόγος. Ήταν μία καλαίσθητη έκδοση, παρόλα αυτά, αν το κυκλοφορούσα σήμερα, θα το επεξεργαζόμουνα περισσότερο. Όταν την μοιράστηκα αυτή τη σκέψη με τον ποιητή Θοδωρή Ρακόπουλο θυμάμαι ότι μου είπε χαρακτηριστικά "Έτσι είναι τα πρωτόλεια, για να τα ξορκίζουμε". Το δεύτερό μου βιβλίο “Η σφαγή του αιώνα”, του 2019, θεωρώ ότι είχε πολύ περισσότερη δουλειά και κόπο. Τα περισσότερα ποιήματα τα είχα γράψει στα 37-38 μου χρόνια, ηλικία που την θεωρώ κομβική, για τις γυναίκες ιδιαίτερα. Είναι μια περίοδος που αποκτάς μία αυτοσυνειδησία, του χρόνου και της ύπαρξής σου στη γη. Κάποιο αγαπημένο μου πρόσωπο είχε διακρίνει στην Σφαγή κάποιου είδους απόσταξη της γλώσσας και μου είχε αρέσει ως σχόλιο. Με ενδιαφέρει η πυκνότητα και η συμπύκνωση στο πλαίσιο του διαλόγου και της αναμέτρησης με την γλώσσα. 

Πώς αναμετριέται κάποιος με την γλώσσα; 

Είναι μια σχέση που χτίζεται και με την οποία συνδιαλέγεσαι και θέλεις να την υπερβείς. Για μένα αυτή η αναμέτρηση, να γίνει ο λόγος κείμενο, είναι μία προσπάθεια προς το άχρονο. Κάτι που νικά τον χρόνο. Το συναντάμε αυτό σε πολλούς ποιητές και αφορά στην λυτρωτική διαδικασία που λέγαμε, όχι κατ’ ανάγκη στον αναγνώστη. 

12

​"Στην άκρη μια ουρά". Πώς προκύπτει αυτός ο τίτλος; 

Είναι κομμάτι από ένα στίχο και διάλεξα τον συγκεκριμένο για πολλούς λόγους. Έχει κάτι αινιγματικό, μυστηριώδες και μαζί αυτή την αίσθηση της εκκρεμότητας. Με ενδιαφέρει ως θέμα η εκκρεμότητα, το ατελείωτο και συνάμα το ατελές. Η εκκρεμότητα ως στιγμιότυπο δηλαδή.   

Σε μένα, την αναγνώστρια, τι θέλεις να αφηγηθείς μέσα από αυτή τη συλλογή;

Θέλω να σου αφηγηθώ μέσα από ποίηση, αντί από πρόζα, μια ερωτική ιστορία. Ένα παραμύθι ενηλίκων, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Την εν λόγω δουλειά την θεωρώ τολμηρή γιατί ακριβώς είναι τόσο απλό αυτό που θέλω να αφηγηθώ. Κι έχει όλα τα στοιχεία που μπορεί να έχει μία ιστορία αγάπης κι ας με χαρακτηρίσουν “κοριτσόπουλο”, αυτή είμαι (γέλια). 

Είναι συνομιλία με τον άλλον η συγγραφή; 

Πάντοτε. Σε άλλη περίπτωση δεν θα εξέδιδε κάποιος τις σκέψεις του αλλά θα τις άφηνε στο συρτάρι. Ή θα έγραφε ημερολόγιο. Οπότε επιστρέφουμε σ’ αυτό που είπαμε πριν, την ανάγκη να ακουστεί η φωνή, το χέρι που τείνει προς χαιρετισμό. Την ανάγκη να δείξεις την γλώσσα όπως εσύ την συλλαμβάνεις και ενδεχομένως να διαλεχθείς με τον άλλο γι’ αυτή την συνθήκη, είτε ευθέως είτε υπογείως.  

Στην ποίηση θέλω να αφήσω έργα που είχαν λόγο να ειπωθούν. Δεν θέλω να αφήσω κάτι που θα μπορούσε να μην υπάρχει.

Θα έγραφες σε μεγάλη φόρμα; Ένα μυθιστόρημα για παράδειγμα; 

Πρόσφατα ένας συγγραφέας που εκτιμώ πολύ μού είπε ότι ίσως έπρεπε να κινηθώ προς αυτή την κατεύθυνση. Όταν το ακούω αυτό γελάω γιατί νιώθω απειθάρχητη, ενοχική και αγχώδης. Ίσως γι’ αυτό μου αρέσουν οι μικρές φόρμες. Σε αυτή τη φάση δεν θα έγραφα μυθιστόρημα αφού θέλω να επικεντρωθώ στα μικρά μου διηγήματα. Έχω μία συλλογή που πρέπει να την φροντίσω και ελπίζω να είναι έτοιμη να κυκλοφορήσει μέσα στο 2022. Αυτή την περίοδο είμαι και σε επαφή με εκδοτικούς οίκους για ένα βιβλίο που ολοκλήρωσα, αποτέλεσμα δεκαετούς έρευνας, για το έργο του μεταπολεμικού συγγραφέα Αλέξανδρου Κοτζιά. Υπάρχουν μόνο μελέτες για το έργο του και δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ μονογραφία γι' αυτόν και θεωρώ χρέος μου να προχωρήσω με την έκδοση αυτής της δουλειάς. 

Τι θέλεις να αφήσεις πίσω σου;  

Στην ποίηση θέλω να αφήσω έργα που είχαν λόγο να ειπωθούν. Δεν θέλω να αφήσω κάτι που θα μπορούσε να μην υπάρχει. Ως άνθρωπος θα ήθελα να αφήσω πολύ κλισέ πράγματα. Το μέτρο της δοτικότητας με αφορά και θα ήθελα να είμαι σίγουρη ότι είχα προσπαθήσει για το καλύτερο. 

Μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς να διαβάζεις ή να γράφεις; 

Νομίζω πως όχι. Έχω περάσει μεγάλα διαστήματα χωρίς διάβασμα και συγγραφή αλλά το ένιωθα ότι ήμουν σε διάλειμμα. Πάντα θα έχω όρεξη για ένα καλό κείμενο. 

Loader