«Δημήτρη, γιατί γράφεις;», ρωτήσαμε τον Δημήτρη Γκιούλο
Ο Δημήτρης Γκιούλος είναι ένας άνθρωπος που δεν του αρέσουν οι ταμπέλες
Ο Δημήτρης Γκιούλος είναι ένας άνθρωπος που δεν του αρέσουν οι ταμπέλες. Οπότε θα αρκεστώ να πω ότι έχει εκδώσει μέχρι σήμερα πέντε βιβλία, δύο εκ των οποίων γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην Κύπρο (Αντάρτικο* & Αστικά Δύστυχα).
Κείμενο: Μαριάννα Νικολάου
Φωτογραφίες: Γιώργος Στυλιανός
Μικρός ήθελε να γίνει αστροναύτης, αλλά όταν τελειώσαμε την συνέντευξη, κατάλαβα ότι τελικά έγινε ένας γενναίος επαναστάτης Άνθρωπος, με όπλο το μυαλό και το μελάνι του, αλλά φοβήθηκα να του το πω, και αποφάσισα να αφήσω τους στίχους του να μιλήσουν γι’ αυτόν σε αυτή τη συνέντευξη, παρά εγώ.
Να με καίω·
να με γεννάω
ξανά και ξανά
μέχρι να σου κάνω
κόσμε
Να σε καίω·
να σε γεννάω
ξανά και ξανά
μέχρι να
μου κάνεις κόσμε
Η ώρα ήταν 14:30, άλλαξα ρούχα τρεις φορές για να καταλήξω στο ξεθωριασμένο αγαπημένο μου μπλουζάκι. Έφτιαξα όπως όπως το μαλλί που δεν σωζόταν με τίποτα, και τον ρώτησα μέσα από την οθόνη του υπολογιστή μου: «Δημήτρη, γιατί γράφεις;».
«Είναι ανάγκη, βγαίνει από μέσα και θέλει να φτάσει έξω. Αν δεν υπήρχε, δεν θα έγραφα. Ξεκινάει από μέσα μου, στο να ερμηνεύσω τον κόσμο, και μετά όταν βλέπεις ότι υπάρχει ανταπόκριση είτε σε επίπεδο κριτικής είτε σε επίπεδο αλληλεπίδρασης πραγματικής με ανθρώπους, σε βοηθάει να συνεχίσεις, αλλά σίγουρα έρχεται από μέσα. Για μένα δεν λειτουργεί αλλιώς».
«Εγώ μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης, όμως η ζωή τα έφερε τελείως αλλιώς» μου λέει γελώντας όταν τον ρωτάω αν δικαίωσε τον παιδικό εαυτό του. «Οπότε αν πούμε τί ήθελε να κάνει ο παιδικός εαυτός μου με το πώς έγινε, όχι. Από την άλλη, σίγουρα πάντα ήθελα να είμαι από τους καλούς, και από τη σωστή μεριά της ιστορίας. Πιστεύω ότι καταφέρνω και κοιμάμαι καλά τα περισσότερα βράδια οπότε νομίζω ότι τα πάω εντάξει, αν και θα μπορούσαμε όλοι μαζί να τα πηγαίνουμε λίγο καλύτερα».
Και ποια είναι η σωστή μεριά της ιστορίας, τον ρώτησα. «Αυτή που είναι με τον Άνθρωπο ας το πούμε έτσι, θέλω να είναι ευρύ και θέλω να χωράει όσο περισσότερους ανθρώπους… ναι… η μεριά που είναι με τον Άνθρωπο, που είναι με τη ζωή».
Την αντοχή των ανθρώπων θα ‘πρεπε να μετράμε.
Πως η αντοχή μετριέται, θα μου πεις.
Κοιτώντας το δέρμα μας.
Όσο πιο πολλές χαρακιές,
όσες περισσότερες πληγές,
τόσο πιο πολύ αντέχει.
Οι άλλοι, οι σκληρότεροι, αιμορραγούν απ’ τα μέσα.
Και φεύγουν πρώτοι.
* Το Αντάρτικο γράφτηκε μαζί με τον Κωνσταντίνο Παπαπρίλη Πανάτσα. Σχεδόν συνωμοτικά, σαν δύο σύντροφοι που προσπαθούν να φωτίσουν και χωρέσουν τον κόσμο που ονειρεύτηκαν σε στίχους, το έγραψαν από το messenger σε οκτώ δίωρα, όπως με πληροφόρησε, ενώ με τον Κωνσταντίνο δεν είχαν γνωριστεί καν, ένας κοινός φίλος και συγγραφέας τους παρότρυνε να γράψουν κάτι μαζί.
«Ξεκίνησε ένα βράδυ από περιέργεια έτσι τύπου δύο το βράδυ, το χειμώνα του 2015-2016, μέσα σε οκτώ μέρες έγινε. Μετά ψάξαμε και βρήκαμε εκδοτικό οίκο που να μπορούσε να το υποδεχτεί χωρίς να έχει προβλήματα διότι ήταν πολύ έντονα πολιτικό. Όλα τα χρήματα, τα όποια κέρδη, πηγαίνουν σε καταλήψεις, στέλνονται βιβλία σε κρατούμενους στις βιβλιοθήκες των φυλακών, έχουν δωθεί 2000 αντίτυπα που είναι επίσης πολύ σημαντικό για μια έκδοση ενός εκδοτικού οίκου ελευθεριακού, χωρίς καμία προώθηση ουσιαστική και χωρίς καμία προβολή πρακτικά στα μέσα. Tο έχω δει δύο φορές σε performance, και έχει κάνει ένα τεράστιο κύκλο».
Καλό κορίτσι και κομμουνίστρια
έλεγε ο παππούς, ο αντάρτης
Καμία δουλειά να σου κάνει, λέει
ακόμα ο άλλος, ο δεξιός
Σπίτια μας τον ζήσαμε
τον Εμφύλιο
στο κυριακάτικο τραπέζι
Εύκολα διαλέξαμε πλευρά
Κι εμείς και οι άλλοι
«Η ποιητική συλλογή Αστικά Δύστυχα ξεκινάει με επίκεντρο τρία οικογενειακά τραπέζια. Ένα στο μακρινό παρελθόν της παιδικότητας ένα στο παρελθόν της εφηβείας και ένα κοντά στο σήμερα και πώς υπάρχει ακόμα με κάποιο τρόπο ο ελληνικός εμφύλιος που ποτέ δεν έληξε. Υπάρχει στο πρώτο τραπέζι, με λίγο λιγότερη ένταση στο δεύτερο, και στο τρίτο υπάρχει η ζωή μας όπως είναι» μου εξηγεί.
«Η ιστορία παίζει ρόλο σε αυτά που γράφω, είμαστε εδώ σήμερα σε αυτή την κατάσταση γιατί συνέβη μια αλληλουχία πραγμάτων από το παρελθόν, διαμορφώνει το παρών μας και μαζί με αυτό θα διαμορφωθεί και το μέλλον. Ο εκάστοτε άνθρωπος που γράφει είτε είναι συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, ζει μέσα σε αυτή τη στιγμή τα γεγονότα. Σίγουρα με ενδιαφέρει να πω αυτό που η γενιά μου ζει αυτή τη στιγμή και να είναι καταγεγραμμένο. Θεωρώ ότι η τέχνη πρέπει να είναι πολιτική, όχι με την έννοια του κομματικού ή την έννοια τους βραβευμένου, αλλά μεγάλα έργα συνομιλούσανε με την εποχή τους μπορούσαν να σταθούν ακριβώς επειδή το έκαναν αυτό και στο διηνεκές.
Δεν με ενδιαφέρει να γράψω για λουλούδια ή έρωτες χωρίς να θέλω να το υποτιμήσω, προφανώς και αυτά υπάρχουνε μέσα στη ζωή μας, αλλά ακόμα και η σχέση μας, οι όποιες σχέσεις, μας είναι επηρεασμένες από την εποχή που ζούμε από την οικονομική κατάσταση, τις αποστάσεις, τις δουλειές που κάνουμε από πολλά πράγματα οπότε δεν μπορείς να τις αποκόψεις από το πολιτικό».
Μαζεύεις το μικροσκοπικό πουρμπουάρ σκεπτόμενη
το φλερτ με την ανεργία
και τους απλήρωτους λογαριασμούς
Αγία εσύ
φυλάς το ακονισμένο μαχαίρι σου
χαρίζοντας στους αφεντάδες ακόμα μια μέρα ζωής
Ως πότε όμως
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ήρθε η στιγμή που ένοιωσα έναν κόμπο στο λαιμό. Μέσα σε δύο μόνο λεπτά, ο Δημήτρης κατάφερε να χωρέσει την επεξήγηση της
παρατεταμένης εφηβείας της γενιάς μου, η οποία λαβώθηκε από την οικονομική κρίση
και τις μεγάλες της προσδοκίες. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να σφίγγω
νευρικά το στυλό στα χέρια μου, βλέποντας τον εαυτό μου να καθρεφτίζεται μέσα από
τα λόγια του.
«Η ζωή στις πόλεις είναι μια δυστυχία ο καθένας προσπαθεί να χωρέσει – στη γενιά μου τουλάχιστον- τα όνειρά του μέσα σε ένα μικρό δυαράκι εξού και αυτή η απλώστρα (το εξώφυλλο στα Αστικά Δύστυχα) που είναι σήμα κατατεθέν για τη γενιά μας. Όλα τα σπίτια έχουν μια τέτοια απλώστρα που προσπαθεί να χωρέσει στο μικρό μπαλκόνι ή αν δεν χωράει το χειμώνα να μπει μέσα ώστε να στεγνώσουν τα ρούχα. Είμαστε η γενιά των ανθρώπων που είναι συν πλην 30-35, μεγάλωσε με κάποια συγκεκριμένα όνειρα, με την ιδέα ότι θα ζούσε καλύτερες ζωές από τις ζωές των γονιών της, και βλέπει αυτά τα όνειρα να συντρίβονται. Η γενιά των γονιών μας λίγο πολύ με ένα πτυχίο εξατάξιου γυμνασίου ή λυκείου είχε καταφέρει και είχε ένα ιδιόκτητο σπίτι πριν τα 30, οικογένειες και ζωές στρωμένες με καριέρες. Η δικιά μας η γενιά με πτυχία, ξένες γλώσσες, και όλες τις δεξιότητες που έχει ο καθένας, κυνηγάμε την καθημερινότητα μέρα - μέρα».
Στα κάγκελα της Πατραϊκής
βρίσκεται παγιδευμένο
όσο απέμεινε
σώμα
τάξης
εργατικής
«Πιστεύω πως η εξέγερση πρέπει να είναι συμπεριληπτική, είμαστε σε μια εποχή που πρέπει και τα κινήματα να καταλάβουν τις ανάγκες των ανθρώπων που τα απαρτίζουν και να τους ακούσουν, αλλά και οι άνθρωποι οι οποίοι εξεγείρονται να μην εξεγείρονται απολύτως για το προσωπικό τους χωρίς να καταλαβαίνουν το πλαίσιο της εποχής, γιατί γίνεται όντως μετά ένας δικαιωματισμός ο οποίος έχει πάρα πολύ κοντά ποδάρια και δεν πηγαίνει πουθενά. Συζητάμε πολύ καλά τον τελευταίο καιρό για το body positivity με αφορμή ένα πρόσφατο συμβάν, μα για να μπορέσεις να συζητήσεις για το body positivity πρέπει να σου ανήκει το σώμα σου και η ζωή σου. Όταν πέρασε ο νόμος που καταργούσε το οκτάωρο στην Ελλάδα, πέρασε σχεδόν αναίμακτα. Είναι ένα βήμα προφανώς το να μιλάμε για το body positivity αλλά να σου ανήκει το σώμα σου 24 ώρες το 24ωρο για να μπορέσεις να το συζητήσεις αυτό. Και αν θες να μιλήσεις για το body positivity δεν μπορείς να έχεις χορηγούς εταιρείες που ακυρώνουν ένα άνθρωπο για αυτά τα σχόλια αλλά την ίδια ώρα χρησιμοποιούν παιδική εργασία, και σε οποιονδήποτε αγώνα σου να τις έχεις δίπλα σου. Ίσως πρέπει το οτιδήποτε να περνάει μέσα από ένα ταξικό πρόσημο και ας είναι η λέξη περίεργη και φορτισμένη».
Ο ψυχίατρος μου είπε πως είμαι
οργισμένος και πως ο καλύτερος τρόπος
να διοχετεύσω δημιουργικά την οργή
μου, είναι να γράψω ποίηση
Ύστερα, οι κριτικοί είπαν πως η
οργισμένη ποίηση είναι μέτρια ποίηση
πως η ποίησή μου είναι μέτρια ποίηση
Τώρα δεν έχω οργή
Τώρα, δεν πηγαίνω στον ψυχίατρο
Πηγαίνουν όμως τα ποιήματά μου
Τώρα είναι όλα όπως πρέπει
Ο ψυχίατρος έχει πάντα δουλειά και οι κριτικοί έχουν δίκιο
«To βάρος στην πραγματικότητα είναι στον κριτικό που πρέπει να σκεφτεί την ευκολία με την οποία αν όντως μετρά η γνώμη του και αν όντως ο κόσμος διαβάζει την παραδοσιακή κριτική. Εγώ θέλω να γράφω επειδή το έχω ανάγκη και ξέρω πότε πρέπει να είμαι θυμωμένος και ξέρω για ποιο λόγο γράφω από θυμό όταν το κάνω, και για ποιο λόγο γράφω ψύχραιμα όταν επίσης το κάνω. Και προφανώς όταν δημοσιεύεις κάτι είναι ανοιχτό προς την κριτική αλλά από κει και πέρα δεν μπορώ να σκεφτώ ότι θα έγραφα έχοντας στο μυαλό μου πω αυτό το ποίημα να μην το βάλω στη συλλογή γιατί οι κριτικοί θα το βρουν άσχημο. Όσο καλές ή μη καλές είναι οι κριτικές, εμένα δεν θα με εμποδίσει αυτό. Σίγουρα με ενδιαφέρει η γνώμη 2-3 ανθρώπων που είναι κοντά μου είναι δικοί μου άνθρωποι και σε αυτούς πηγαίνουνε πρώτα οι συλλογές. Ο Γιάννης Αντάμης, η Παυλίνα Μάρβιν που είναι και από τις καλύτερες ποιήτριες τις γενιάς της, και η εκδότριά μου, οπότε όταν έχω ένα κύκλο καταξιωμένων ανθρώπων και επιλέγουν να ρισκάρουν επενδύοντας χρήματα στο δικό μου έργο ξέρω πως είμαι καλυμμένος και είμαι εντάξει με μένα».
Κάνω ασκήσεις ηρεμίας
Ξέρω ακριβώς πόσα
δευτερόλεπτα χρειάζονται για
να σπάσω το κεφάλι
του εργοδότη μου
αφού πρώτα μετρήσω
ως το δέκα
από μέσα μου
«Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια βλέπουμε πως ο πολιτισμός πρέπει να είναι ένα αγαθό το οποίο να φέρνει στο κράτος λεφτά άμεσα κιόλας, όχι με έμμεσους τρόπους ούτε σε δεύτερο επίπεδο για να μπορεί να χρηματοδοτηθεί και βλέπουμε ότι ολοένα και λιγότερο το κράτος επενδύει στον πολιτισμό και στο κενό το οποίο δημιουργείται λειτουργούν πάρα πολύ αυτά τα επονομαζόμενα ιδρύματα πολιτισμού. Εγώ θα ήθελα το κράτος ειδικά σε αυτή τη συνθήκη, να στηρίζει τους καλλιτέχνες και να τους αφήνει να παράγουν ανεμπόδιστα έργο στο οποίο θα μπορούν να αφηγούνται την εποχή και να λένε την ιστορία τους, στηρίζοντάς τους οικονομικά, υλικά, ηθικά με την προβολή αυτών των έργων και να μπορούν να ταξιδέψουν παντού αυτά τα έργα. Σε αυτές τις εποχές, η πραγματικότητα είναι πολύ δύσκολη, αυτός ή αυτή που έχει αποφασίσει να είναι καλλιτέχνης- ηθοποιός, μουσικός κλπ.- τελικά δουλεύει δυο και τρεις δουλειές - σερβιτόρος, προσέχει παιδιά κλπ.- για να μπορέσει να κάνει αυτό το οποίο είναι το όνειρό του, και δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, Απ’ τη στιγμή που υπάρχει και κινείται μέσα σε ένα πράγμα που είναι μια καλλιτεχνική πραγματικότητα στην Ελλάδα, θα έπρεπε να μπορεί να επιβιώσει και να ζήσει από αυτή».
Η καλύτερη κατακλείδα σε αυτή τη συνέντευξη, δεν είναι άλλη από τους στίχους του Δημήτρη, για ακόμα μια φορά.
Πράγματα που με στοιχειώνουν
Οι ανώνυμοι ομαδικοί τάφοι
Οι επώνυμες δημοσκοπήσεις
Το «περίπου» στην ίδια πρόταση με το «ο αριθμός των θυμάτων»
Η ακρίβεια της στατιστικής
Τα σύνορα και οι έλεγχοι
Οι ανεξέλεγκτοι δίπλα μου
Το στρώμα που χωράει έναν και
κοιμούνται τρεις
Το στρώμα που χωράει δυο και το
γεμίζει η μοναξιά του ενός