«Αυτός, ο Θανάσης Παπαγεωργίου»

«Αυτός, ο Θανάσης Παπαγεωργίου»

Εντυπώσεις από την παράσταση «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης»

 

Του Βαγγέλη Γέττου


Την περασμένη Τρίτη στο Ριάλτο, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την θεατρική παράσταση ‘’’Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης’’, τον μονόλογο που σκηνοθέτησε και ερμήνευσε ο βετεράνος Θανάσης Παπαγεωργίου βασισμένος στην θρυλική πια αυτοβιογραφία που επιμελήθηκε η Αγγελική Κάιλ-Βέλλου. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1978 και έκτοτε έχει γνωρίσει αλλεπάλληλες επανεκδόσεις κατακτώντας επάξια ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα αυτοβιογραφικά βιβλία στην Ελλάδα. Και δεν ξεκινώ τυχαία από την κειμενική πτυχή της παράστασης. 

Ο λόγος του Βαμβακάρη, υπαγορευμένος, ασυνεχής, ρηγματώδης, οργωμένος από ένα ασταμάτητο μπρος-πίσω μιας αμφίθυμης αναπόλησης, δεν συγκροτεί απλώς ένα απαιτητικό κείμενο. Αντιθέτως, συνθέτει ένα «βιωματικό» κείμενο, ένα ποτάμι από το οποίο αναπόφευκτα θα βγεις διαφορετικός, εφόσον τολμήσεις να μπεις. Με τον όρο «βιωματικό» δεν εννοώ απλώς ένα κείμενο που ο ερμηνευτής πρέπει να το βιώσει, να το ζήσει για να το ερμηνεύσει. Αυτό είναι η δουλειά κάθε ηθοποιού και η βιωματική λειτουργία (χωρίς εισαγωγικά) είναι η απαραίτητη ιδιότητα ενός κειμένου προορισμένου για τη θεατρική πράξη. Αναφέρομαι σε ένα κείμενο που οφείλεις να νιώσεις και να συμφωνήσεις μαζί του, όχι πολιτικά αλλά συμπεριφορικά, μέχρι και την τελευταία του ικμάδα. Αλλιώς δεν θα αργήσει να σε ενοχλήσει και αυτό δεν θα διαφύγει της προσοχής όχι μόνο του υποψιασμένου και έμπειρου αλλά και του νέου και άπειρου θεατή.

2

Αυτού του είδους τα κείμενα απαιτούν την εσωτερική υποταγή στον διάβολο ή στον θεό. Πάντως σε κάτι υπέρτερο. ‘’Αν με ρωτούσαν θα έλεγα την αλήθεια εντίμως. Αν έλεγα ψέματα θα τα έλεγα ατίμως’’ αναφέρει -περίπου- ο Μάρκος σε κάποιο σημείο. Το ερώτημα λοιπόν είναι το εξής: μπορεί ένας ηθοποιός χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογική σκευή, όχι απλά να ερμηνεύσει, αλλά να αγαπήσει, να συγχωρήσει, να λατρέψει και να μισήσει ταυτόχρονα τον βίο και την πολιτεία ενός ιστορικού προσώπου όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης; Νιώθω πως όχι. Κι εδώ έρχομαι στην αμίμητη ερμηνεία του Θανάση Παπαγεωργίου.

Θεατρικό τέκνο του Μποστ, ο Παπαγεωργίου γνωρίζει πως να πατάει χάμω το φολκόρ σαν γόπα τσιγάρου στο δρόμο. Η αλητεία, η μαγκιά, το δερβισιλίκι δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ιδιότητα αντιήρωα από έναν 70άρη. Μπορεί να αποτελεί ανάμνηση αλλά προκαλεί και πίκρα. Πίκρα που δεν γλυκαίνεται. Ο Παπαγεωργίου, αγάπησε και μίσησε επί σκηνής τον έκλυτο βίο του ήρωά του, όπως ο ίδιος ο ήρωας αγάπησε και μίσησε τη ζωή του. Ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν, λοιπόν, στην ερμηνεία του Παπαγεωργίου είναι αυτή η βαθιά κατανόηση του μανιχαϊσμού που έφερε μαζί της μια εποχή που πήρε τους ρεμπέτες από τους τεκέδες με πατημένο χώμα για δάπεδο και τους πήγε σε καπιταλιστικά γραφεία της μουσικής βιομηχανίας όπου δεν ήξεραν πώς και τί ακριβώς να διαπραγματευτούν. Αυτό το δίπολο λοιπόν, μάγκας και άρχοντας, αλήτης και αναγνωρισμένος, του πεταματού από την οικογένεια και της λατρείας ακόμα και από την αστική τάξη, διαπέρασε την αυτοσκηνοθετημένη ερμηνεία του Παπαγεωργίου και έκανε τον θεατρικό του λόγο να ρέει σαν το νερό στ’ αυλάκι. Είχα πάρα πολλά χρόνια να δω τόσο ανεπιτήδευτη ερμηνεία, τόσο πηγαία, τόσο αληθινή. 

1

Ωστόσο στην αλήθεια αυτής της μεγαλειώδους ερμηνείας αντιπαρατέθηκαν σχεδόν ειρωνικά τα τεχνικά στοιχεία της παράστασης. Οι αχρείαστες ντοκιμαντερίστικες προβολές που προφανώς φιλοδοξούσαν να αποτελέσουν ενισχυτικό installation, όχι απλά απέτυχαν να συνδράμουν αλλά αποσπούσαν άτσαλα την προσοχή από την ερμηνεία του Παπαγεωργίου. Παράλληλα τα εμβόλιμα μουσικά αποσπάσματα τοποθετούνταν μάλλον σε άκαιρες στιγμές ενώ η ένταση του ήχου ανεβοκατέβαινε ακαθόριστα. Ο φωτισμός επίσης αν και λιτός και ταιριαστός δεν λειτούργησε στο επίπεδο που θα όφειλε υπήρχαν καθυστερήσεις στο χειρισμό. Τέλος, το Ριάλτο φάνηκε να μην μπορεί να υποδεχθεί τέτοιους είδους «προσωπικές» και χαμηλόφωνες ερμηνείες. Παρά την εκκωφαντική σιγή του κοινού, ο ηθοποιός δεν ακουγόταν μετά την 4η, 5η σειρά με αποτέλεσμα την ώρα της παράστασης ένας τεχνικός να εμφανιστεί στη σκηνή για να τοποθετήσει ένα πυκνωτικό μικρόφωνο, πράγμα που δεν μου έχει ξανατύχει ως θεατής. Τα παραπάνω αναφέρονται μόνο για να υπογραμμίσουν ότι σε τέτοιες παραγωγές οι υπεύθυνοι των μετακλήσεων οφείλουν να είναι πολύ πιο οργανωμένοι και προετοιμασμένοι.

Τελευταίο σημείο της καταγραφής αυτή αποτελεί το χρονικό πλαίσιο της παραγωγής. Το «Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης» παρακολουθεί και παρεμβαίνει σε μία χορεία ιστορικών θεατρικών μονολόγων και διαλόγων που κατά τα τελευταία έτη διάγουν ανάρπαστες διαδρομές στην Ελλάδα. Το «Άρης» για τη ζωή του Βελουχιώτη, το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου αλλά και λιγότερο πρόσφατα όπως το «Ομπίντα» που πραγματεύεται τις τελευταίες μέρες του ιστορικού γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, ο «Ληστής» με τον Πασχάλη Τσαρούχα, η «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» με την απίστευτη Νένα Μεντή καθώς και το «Ο Μαρξ στο Σόχο» με τον Αντώνη Αντωνόπουλο: η δεκαετία της ελληνικής κοινωνικής κρίσης εκφράζεται μέσα από μοναχικές θεατρικές στάσεις που ωστόσο ουρλιάζουν κατά της αποξένωσης, της μιζέριας, της υποταγής στο υπάρχον. Και είναι ίσως αυτό που ξεχωρίζει τον Παπαγεωργίου: η απόφασή του, παρά την ηλικία του, να μιλήσει την σύγχρονη ελληνική θεατρική, πολιτική και κοινωνική γλώσσα.

Loader