6 Dec 2018

Αναγνώστρια μοιράζεται εμπειρία από εξετάσεις για πρόσληψη στο κυπριακό δημόσιο

«Θα έχω να λέω ότι απάντησα στην ερώτηση αν ... οι άπιστοι άνθρωποι που δεν είναι δίκαιοι πάνε στην Κόλαση»

Γράφει η Μ.Ν

Ξυπνάω λοιπόν το Σάββατο και ετοιμάζομαι να πάω για εξετάσεις. Για διάβασμα ούτε λόγος, αλλά είχα θετική ενέργεια και ο Ερμής δεν ήταν ανάδρομος. Κάτι ήταν κι ' αυτό.

Καταφθάνω στο εξεταστικό κέντρο. Περιττό να σχολιάσω την κοσμοσυρροή που αντικρίζω. Πλησιάζω στον πίνακα με τους αριθμούς των υποψηφίων και προσπερνώ κάποιες ενθουσιασμένες κορασίδες, οι οποίες ήταν φίλες και ανακάλυψαν ότι θα ήταν στην ίδια αίθουσα. Ε, δεν θα το κρύψω. Ζήλεψα. Δεν είναι λίγο πράγμα, να έχεις κάποιον εκεί γύρω και την ώρα της εξέτασης να ανταλλάξετε το γνωστό απελπισμένο βλέμμα τύπου, «μαλάκα τη γαμήσαμε» και να πάρεις κουράγιο γιατί μαζί τα σκατώσατε.

Εννοείται ότι έχω πλέον την πείρα να διακρίνω ποιοι λένε ότι δεν διάβασαν και το εννοούν και ποιοι όχι από αυτούς που ακούω. Ξέρετε για ποιους μιλάω. Για εκείνο τον συμμαθητή/συμμαθήτρια που όλοι είχαμε στην τάξη, έλεγε ότι δεν διάβασε καθόλου, ενώ ήταν μονίμως διαβασμένος, έπαιρνε Α –ω τί έκπληξη !- και ήθελες να τον χαστουκίσεις.

Ξεκινάω να πάω στην αίθουσα και παρακαλώ να μην πέσω σε κανένα γνωστό που δεν θέλω να δω. Ευτυχώς βρίσκω μόνο τρεις και ήταν καλοί. Μάτια κουρασμένα. Εγώ αυτό κρατάω. Δεν έχω τί να τους πω, κι εγώ έτσι ήμουν. Ξεχώριζες αυτούς που είχαν πάρει μια γεύση από τη ζωή από αυτούς που είχαν τελειώσει τις σπουδές τους πρόσφατα και ήταν ακόμη αισιόδοξοι. Μου ήρθε να πάω να τους πω «Περιμένετε λίγο, τώρα αρχίζει το καλό», αλλά είπα κρίμα είναι, ας τους να χαρούν λίγο ακόμα.

Εξαιρείται βέβαια η αισιοδοξία αυτών που έχουν τους γονείς τους αιώνιους χορηγούς, κάνουν το ένα πτυχίο μετά το άλλο και δεν έχουν δουλέψει πραγματικά ούτε μια φορά στη ζωή τους ή έχουν την οικογενειακή επιχείρηση, βολεύτηκαν χωρίς να προσπαθήσουν για κάτι άλλο και γενικά την έχουν κάνει τζάμι, εντούτοις το παίζουν βασανισμένοι και επαναστάτες χωρίς αιτία. Αυτοί δεν ήρθαν για εξετάσεις.

Δεν σχολιάζω βέβαια και το ότι δώσαμε 50 ευρώ και ένα κεραστικό δεν είδαμε. Ένα χυμό, ένα καφέ της παρηγοριάς, κάτι. Όταν τελειώσαμε και συνάντησα την κολλητή μου, έκανα σαν λυσσάρα προσπαθώντας να της αρπάξω ένα κομμάτι τυρόπιτα που προσπαθούσε να φάει. Χωρίς τύψεις, το υπογραμμίζω αυτό.
Μπαίνουμε λοιπόν στην αίθουσα.

Πριν ξεκινήσει η εξέταση, μια κοπέλα ζητάει άδεια να πάρει κάτι από την τσάντα της. Μέχρι εδώ όλα καλά. Βλέπω ότι είναι ένα κουτί με χάπια, δεν το αναγνωρίζω, η κοπέλα προσπαθεί να το κρατήσει όσο πιο διακριτικά γίνεται. Από αμηχανία, από ντροπή, δεν ξέρω. Τα βάζει επάνω στο θρανίο της και η επιτηρήτρια της λέει ότι αυτό δεν επιτρέπεται, αλλά η κοπέλα τονίζει ότι τα χρειάζεται και καταλήγουν στο να κρατήσει μόνο την καρτέλα με τα σφραγισμένα χάπια στο θρανίο της, όχι το κουτί ολόκληρο.

Δεν είναι εξετάσεις για τη ΝΑΣΑ, για το Κυπριακό Δημόσιο είναι, να συνέλθουμε λίγο. Η κοπέλα δεν κρατούσε απλά PANADOL, που, κι αυτά να κρατούσε δηλαδή, τί πείραζαν τα σφραγισμένα χάπια στην άλλη άκρη του θρανίου;

Η επιτηρήτρια όμως ρωτά κι έναν άλλο επιτηρητή αν γίνεται κάτι τέτοιο και εκείνος απαντά αρνητικά. Η κοπέλα έχει ήδη αλλάξει χρώμα από το άγχος και αρνείται να αφήσει τα χάπια. Όσο να πεις φαίνεται ότι δεν το κάνει από καπρίτσιο, κάτι παίζεται εδώ. Σε αυτό το σημείο να επισημάνω ότι σε άλλη υποψήφια επιτράπηκε να έχει χαρτομάντηλα μαζί της γιατί όπως πληροφορούμαστε- σε περιπτώσεις μύξας (!) τα χαρτομάντηλα επιτρέπονται.

Εννοείται βέβαια ότι αν θέλεις να κάνεις σκονάκι –για τις Κυβερνητικές κιόλας- είναι πολύ εύκολο να το κάνεις σε σφραγισμένα χάπια ή ακόμα καλύτερα να το κρύψεις μέσα στο χάπι (αν γι’ αυτό ανησυχούσαν ). Ο επιτηρητής ρωτά «Καλά δεν μπορείς να σηκωθείς να τα πάρεις από την τσάντα σου όταν τα χρειαστείς;». Αυτό δηλαδή είναι πιο νορμάλ; Αφού υποτίθεται ότι οι υποψήφιοι δεν πρέπει να σηκωθούν από τη θέση τους, πόσο μάλλον να ανοίξουν τις τσάντες τους να πάρουν κάτι από μέσα κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Η κοπέλα (που έχει φέρει και μια μικρή μπουκάλα νερό μαζί της την οποία άφησε στο πάτωμα) του λέει ότι μπορεί να μην προλάβει να κάνει κάτι τέτοιο όταν συμβεί το κακό. Και αυτή η συζήτηση την οποία θα περιέγραφα το λιγότερο ως άβολη, να γίνεται μπροστά από καμιά δεκαριά ακόμη άτομα.

Τότε περνά απ’ έξω ένας κύριος βιαστικά. Τον βλέπουν και κάνουν λες και είδαν το φως το αληθινό (όπως οι ηθοποιοί στο Μπλε του Τσιάκκα όταν συναντούν εικόνισμα αγίου), τον σταματούν και τον ρωτούν. Αυτός απαντάει –αμέσως- «ναι, να τα κρατήσει», η κοπέλα ηρεμεί και η επιτηρήτρια ανακουφίζεται και της λέει ότι είναι τυχερή που περνούσε ο υπεύθυνος, και ζήσαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα. Αν δεν περνούσε δηλαδή τί θα γινόταν;

Εντάξει, γιατρός δεν είμαι –αν και είχα τα φόντα να γίνω- αλλά να σταθούμε ένα λεπτό. Δεν είναι εξετάσεις για τη ΝΑΣΑ, για το Κυπριακό Δημόσιο είναι, να συνέλθουμε λίγο. Η κοπέλα δεν κρατούσε απλά PANADOL, που, κι αυτά να κρατούσε δηλαδή, τί πείραζαν τα σφραγισμένα χάπια στην άλλη άκρη του θρανίου;

Άντε και του χρόνου με υγεία. Τουλάχιστον, θα έχω να λέω ότι απάντησα στην ερώτηση αν οι άπιστοι άνθρωποι που δεν είναι δίκαιοι πάνε στην Κόλαση! Αλήθεια τώρα, είχε κάτι τέτοιο η εξέταση, δεν σας κοροϊδεύω.

M.N., ή αλλιώς μια από τους 10.000.

Δες κι αυτά

Ιστορίες