19 Feb 2019

«Πρέπει να το πούμεν σε ούλλους: Να μεν γοράζουν σιυλλούθκια. Να υιοθετούν»

Ακολουθεί η ιστορία και τα βιώματα του Λόκο, ενός σκύλου στην Κύπρο που αν δεν υπήρχαν τα καταφύγια, ίσως να μην είχε ποτέ σωθεί

Αναδημοσιεύουμε (με την άδειά του) την ανάρτηση του Τηλέμαχου Ιωαννίδη για τον σκύλο του. Έχει να κάνει με την ανάγκη να υιοθετούμε και να μην αγοράζουμε σκυλάκια. Η ιστορία του Λόκο, αναφέρει ο Τηλέμαχος, άρχισε έξι χρόνια πριν.

Σ Α Σ Π Α Ρ Α Κ Α Λ Ω !

Μ Ε Ν Α Γ Ο Ρ Α Ζ Ε Τ Ε ! - Υ Ι Ο Θ Ε Τ Η Σ Τ Ε !

  • Locooooo..... Που είσαιιιιιι? Locoooo.... Γιε μου φωνάζ..... Loco? Είσαι καλα? Loco μου είσαι φιρμένος του κλαμάτου. Τί έπαθες αγάπη μου? LOCO... μίλα μου γιε μου. Τί έπαθες...
  • Παπά... Έν μπορώ... (Κλάμα)...
  • Τί εν μπορείς? Τί έγινε? Εθύμωσα σου τζιαι επείραξε σε? Ε αφού ξέρεις με ρε Loco είμαι λλίο φωνακλάς, αλλά... εν που σ'αγαπώ τζι έν θέλω να πάθεις τίποτε... Έν τζι εννοώ....
  • Παπά σταμάτα σε παρακαλώ... Άκου... Κάποτε... εμήνισκα σε σπίτι. Ήμουν υποτίθεται το μωρόν τους. Ξαφνικά... εβρέθηκα στους δρόμους. Μες την κρυάδαν. Φεβράρην μήναν επερπατούσα μες την κρυάδαν, μες τους δρόμους, έτρωα σκουπίδκια. Εδιψούσα. Τζιαι ένας κύριος, μακάρι ναν καλά, επήρεν μεν στο καταφύγιον του Δαλιού. Στο Dali Pound. Τζιαμέ είσιεν αθρώπους που με αγαπούσαν. Εφροντίζαν με. Εζούσα σε κλουβίν, αλλα είχα να φάω παπά.

Η Stalo Papantoniou, η Marilena Peppou, τζιαι άλλοι αθρώποι, επροσέχαν με. Εν εγύριζα μες τους δρόμους. Αλλά επονούσα παπά. Επονούσεν η καρδούλα μου, επονούσεν η ψυχούλα μου. Γιατί με αφήσαν? Γιατί με εγκαταλείψαν? Επειδή εφοούμουν τους θορύβους? Εν είμαι τζινυόσσιυλλο ρε παπά. Είμαι του σπιθκιού. Ήμουν... του σπιθκιού. Επειδή έφα τους λλίον τα έπιπλα? Εν εκαταλαβαίναν οτι εν μιλώ την αθρώπινην γλώσσαν? Με λλίην εκπαίδευσην εμπορούσαν να μου δείξουν τι να κάμω. Εντούτοις επροτιμήσαν να με εγκαταλείψουν. Τζι έκλαια παπά. Μες τους δρόμους, έν ήξερα αν θα ξυπνήσω την επόμενην μέραν. Δηλητήρια, αυτοκίνητα, τζιαι πάνω που ούλλα... Η ΚΑΤΖΙΑ ΤΩΝ ΑΘΡΩΠΩΝ.

Εθορούσαν με τζι εγυρίζαν που την άλλην. Κάποιες φορές εμπορούσεν να με κλωτσήσουν τζιόλας. Ετζοιμούμουν μες τα χώματα, μες τα πηλά. Τζιαι ξαφνικά μια μέραν είδα σε μες το καταφύγιο. Εσκέφτεσουν πιον σσιυλλούιν να πιάεις. Εδκιάλεξες με εμένα. ΘΕΕ ΜΟΥ...ΕΔΚΙΑΛΕΞΕΣ ΜΕ ΕΜΕΝΑ... ΕΜΕΝΑΝ ΠΑΠΑ...ΕΜΕΝΑΝ. Η καρδούλα μου επήεννεν να σπάσει. Εφοούμουν τα αυτοκίνητα, τα ασανσέρ, τους θορύβους... Εδυσκολεύτηκες να με πάρεις σπίτι. Εβρωμούσα για εβδομάδες... έκαμα σου ζημιές, έφα σου τους καναπέδες, τα φυτά σου, έκαμα σου κακκά πισσιά μες το σπίτιν. Εθύμωσες αλλά εν με έδκιωξες... Ελάλες με "καρδιά μου", "ψυχή μου", "μωρό μου"... Ακόμα λαλείς με... ως σήμερα. Τζιαι παπά... θωρώ τωρά τούντην φωτογραφίαν... ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ. ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΠΑ.. ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΚΑΘΑΡΟ ΦΑΪ, ΝΕΡΟ, ΚΡΕΒΒΑΤΙ.

Εβρέθηκα που τα πηλά, να τζοιμούμαι πας το κρεββάτι σου. Αλλά εν σε νοιάζει. Αγαπάς με. Τζι εγώ μπορεί να μεν ξέρω να σου πω οτι αγαπώ σε στη γλώσσα σου, αλλα δε τα μάθκια μου παπά. Δε την πρώτη φωτογραφία, τζιαι δε τζιαι την τελευταία. Αγαπώ σε παπά. Αγαπώ σε γιατί έβαλες με σπίτι σου, εν με έσιεις έξω. Τζι εν με κόφτει που μου φωνάζεις, κάμνω πελλάρες ξέρω το. Αλλά πάντα φιλάς με, χαϊδεύκεις με, τραγουδάς μου, τζιαι πάντα πρίν να τζοιμηθείς λαλεις μου να με φοούμαι, τζιαι εν να σαι δίπλα μου. Γι'αυτόν παπά... πρέπει να το πούμεν σε ούλλους.

ΝΑ ΜΕΝ ΓΟΡΑΖΟΥΝ ΣΣΙΥΛΛΟΥΘΚΙΑ. ΝΑ ΥΙΟΘΕΤΟΥΝ. ΝΑ ΠΑΝ ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ, ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ, ΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ, ΤΖΙΑΙ ΝΑ ΒΡΟΥΝ ΜΙΑΝ ΨΥΣΙΗΝ ΝΑ ΤΗ ΣΩΣΟΥΝ. ΟΙ ΨΥΣΙΕΣ ΜΕΣ ΤΑ ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΚΛΑΙΝ ΠΑΠΑ. ΟΠΩΣ Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ... Αγαπώ σε παπά. Τζαι το μόνο που θέλω να σου ζητήσω, είναι να είσαι μαζί μου ώς το τέλος....Να με με αφήκεις ποττέ σου. Να με αγαπάς, να με προσεχεις. Τζιαι ευχαριστώ που με έσωσες. Εν ξέρω να σου το πώ, αλλά χαϊδεψε με να νιώσεις την καρδούλα μου που χτυπά. Τα φιλιά μου έννεν αθρώπινα, τζιαι για κάποιους εν σιχαμερά, αλλά για μέναν εν ούλλος μου ο κόσμος. ....Παπά... Παπά μιλώ σου γιατί κλαίεις? Παπά....

Δες κι αυτά

Ιστορίες