Η ζωή στο ξεχασμένο Μαϊάμι της Λεμεσού, σήμερα

3 December 2017

Ευτέλεια, μαρασμός και γοητεία στην άλλοτε «Τουριστική» περιοχή της πόλης

Γράφει ο Πάρις Δημητριάδης

Τέλη του ενενήντα κι αρχές των όου-όους, θυμάμαι το κομβόι τις βραδινές ώρες στην παραλιακή λεωφόρο με κατεύθυνση τη Γερμασόγεια. Όλοι οι νυχτόβιοι προς εκείνη την περιοχή κατευθύνονταν, για αλκοόλ και διασκέδαση σε μαγαζιά «τουριστικά», που αν και ξεκάθαρα ήταν πολύ πιο ανόητα -από μια άποψη- απ’ τα σημερινά φιουζιονάδικα, τζινάδικα και boho-chicάδικα, είχαν θαρρώ, και με βαριέμαι λίγο που εξιδανικεύω κάτι παρελθοντικό, πιο διασκεδαστική ιδιοσυγκρασία. Πιο ελεύθερη, περισσότερο ελευθεριακή. Αρκετά συχνά, ασύδοτη. Με πολλά περισσότερα άτομα να χορεύουν πάνω στα μπαρ, για παράδειγμα. Χωρίς να τα χαρακτηρίζει το αστείο, τέρμα μεσανατολικό, κυρίαρχο εκείνη την εποχή και βρικολακιασμένα ζωντανό, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και σήμερα «επίσημο» και «προσεγμένο»dress-code.

Από δημοσίευμα της εποχής στο «Π»

Ήταν τότε κι οι τουρίστες που προσέλκυε το νησί, οι οποίοι, σε αντίθεση με σήμερα που οι περισσότεροι, όντας τρίτης ηλικίας ή οικογένειες, μένουν κλεισμένοι στα all-inclusive τα resorts, τα αμφιλεγόμενα για την προσφορά τους στη μικρομεσαία οικονομία, ήταν νεαρότεροι σε ηλικία και ήθελαν να βγαίνουν και στα μπαρ. Ayia Napa style θα μου πεις, ογδόντα και ενενήντα θα σου απαντήσω, κάπως ίσως να χωρούσαν μες το χρονικό το πλαίσιο.

Ήταν σαφώς κι οι μάγκες «ρέμπελοι» των δυτικών κυρίως συνοικιών, το Τραχώνι και Κολόσσι- Τέξας, που έδιναν του λιμανιού τη νότα φροντίζοντας ώστε να μην περάσει ούτε μια βραδιά μ’ έναν έστω μεγάλο καβγά με ξύλο και πανζουρλισμό. Καβγάδες στους οποίους για τους δικούς τους ούγκου-ούγκου λόγους εμπλέκονταν συχνά εγγλέζοι στρατιώτες, τύφλα στο μεθύσι.

Ό,τι κι αν ήταν ή δεν ήταν τότε, ήταν δεδομένο πως η παράλια περιοχή της Γερμασόγειας υποστήριζε τις πινακίδες που αναχρονιστικά συνεχίζουν να την περιγράφουν ως περιοχή «Τουριστική». Ο λόγος; Απλός. Τότε είχε τουρίστες. Σήμερα; Νot really. Με εξαίρεση τη συνέχιση της λειτουργίας μερικών ξενοδοχείων, την περιοχή αυτή κάθε άλλο από τουριστική λες πια. Πράγμα θετικό, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, γιατί τι πιο χαζό από το να βαφτίζεις μια ολόκληρη περιοχή τουριστική αλλά φευ.

Άδεια και έρημη σήμερα η άλλοτε neon πινακίδα της πάλαι ποτέ βασίλισσας των ντίσκο, Basement

Τι πειράζει που είναι κιτς, το κιτς είναι χρήσιμο στη ζωή μας. Μετά θα έμοιαζε με στρατόπεδο ορθότητας

Η ευρύτερη λοιπόν γειτονιά που ονομάζεται Ποταμός Γερμασόγειας εξακολουθεί στις μέρες μας να έχει κοσμοπολίτικο και μούλτι-κούλτι αέρα, αυτό όμως είναι κάτι που στους μη Κύπριους μόνιμους κάτοικους που ζουν εδώ είναι που οφείλεται. Οι οποίοι σίγουρα δεν είναι μόνο πρώην Σοβιετικοί, διεφθαρμένοι μιλιονέρ, όπως υποστηρίζει ένα άλλο στερεότυπο για την ανατολική πλευρά της πόλης και που μάλλον ισχύει, σε άλλες όμως γειτονιές, λίγο πιο πέρα. Εργαζόμενοι είναι, μεσαίων και χαμηλών κυρίως στρωμάτων.

Πρώην ξενοδοχειακές μονάδες έχουν μετατραπεί σε φθηνά και παραμελημένα apartments πλάι στη θάλασσα

ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΠΙΣΗΣ: Σεξ, λάδι & κουλτούρα: Η Ρήγαινα της Λευκωσίας

Παράλληλα, πέρα απ’ τις καφετέριες της περιοχής, Κύπριους δεν συναντά κανείς πολλούς, την υποτιμούν την περιοχή αυτήν. Ως πιθανότητα δε για μόνιμη διαμονή, δεν την υπολογίζουν καν. Τη θεωρούν παρακμιακή, πολύ «μακριά» από το κέντρο, πολύ … τουριστική, ακόμη και «επικίνδυνη» έχω ακούσει φίλους να την περιγράφουν.

Αν κάνεις ωστόσο μια βόλτα πεζός ή κάτσεις σε μια καφετέρια της περιοχής, θα διαπιστώσεις πως μες την ευτελή της την ασχήμια, πολλή είναι η γοητεία που ανθρωπογεωγραφικά η περιοχή αυτή παρουσιάζει. Πρώτα απ’ όλα είναι ζωντανή σε πεζούς και βρίσκεται στην Κύπρο. Έπειτα, κι αυτό είναι το μεγαλύτερό της ατού, συναντά κανείς τυχαία εδώ όλους τους τύπους και τις φάτσες ανθρώπων, πολιτισμικά και ταξικά. Ακόμη και μια κύπρια εβδομηντάρα γιαγιά που ζει εδώ, είναι άλλως πως, περισσότερο φανταχτερή και φεύγα, πράγμα που προέρχεται ίσως απ’ το πάντρεμα της ζωής μιας πόλης δίπλα στην παραλία.

Τι πειράζει που είναι κιτς, το κιτς είναι χρήσιμο στη ζωή μας. Μετά θα έμοιαζε με στρατόπεδο ορθότητας, πιστεύει για την περιοχή στην οποία συνειδητά επέλεξε τα τελευταία χρόνια για μόνιμη κατοικία ο απολαυστικότατος για επί παντός επιστητού συζητήσεις, Πάρις Αριστείδης. Ίσως και να γνωρίζεις τον Πάρι, αφού για χρόνια υπήρξε γνωστός συγγραφέας, σεναριογράφος και παραγωγός πετυχημένων τηλεοπτικών σειρών. Σήμερα είναι «σχολιαστής στο Facebook», γιατί «πού αλλού μπορεί να εκφραστεί κάποιος στις μέρες μας» μου λέει καθώς πνίγεται απ’ το γέλιο και το ρούφηγμα του τσιγάρου του ταυτόχρονα, όταν τον συναντώ σε καφετέρια της γειτονιάς στην οποία συχνάζει, καθημερινά σχεδόν.

«Επέλεξα συνειδητά να ζω σ’ αυτήν την περιοχή, γιατί ήθελα να μείνω κάπου που να νιώθω λίγο τουρίστας. Όσα ωραία ντεκόρ κι αν κάνει το κέντρο της πόλης παραμένουν ντεκόρ. Η κυπριακή ψυχή σε υπερβολική δόση είναι αφόρητη» προσθέτει και το γέλιο μετεξελίσσεται απότομα σε χαχανητό από έναν άνθρωπο που αναμφίβολα έχει αποβάλει κάθε ίχνος μικροαστικού πουριτανισμού από πάνω του για να συμπληρώσει πως…

«Ως ονομασία η Τουριστική Περιοχή με κάνει να νιώθω τουρίστας. Η Κύπρος είναι άλλωστε υπέροχη χώρα για τουρισμό. Για τα υπόλοιπα θέλει προσπάθεια».

«Είναι μαρτύριο να βλέπεις μόνο κύπριους!»

Θυμάμαι που κάποτε ονόμαζα τις ανατολικές συνοικίες φοινικικές από τους Φοίνικες και τους Λιβανέζους, προσθέτει με δική του λογοτεχνική πρωτοβουλία ο πρέπει να του μιλήσεις από κοντά για να καταλάβεις για τι γοητευτική προσωπικότητα μιλάμε, Πάρις.

«Όταν δε ήμουν νέος, για αρκετό διάστημα την αντιπαθούσα την περιοχή εδώ κάτω, αφού είχε την παλαβομάρα και την ελαφρότητα του τουρισμού, ήταν λίγο ανόητοι. Στην πορεία βέβαια όταν κατάλαβα πως η πολιτική έχει τα όρια της και η ζωή μεγαλύτερη σημασία, προσαρμόστηκα στα πιο ευχάριστα», συμπληρώνει και το γέλιο συνοδεύει αδιάκοπα την πολύ ευχάριστη μεταξύ μας συνομιλία.

Ζητώ από τον Πάρι να μου πει τι δεν του αρέσει στη γειτονιά. Τα αρνητικά της γειτονιάς, μου λέει και με βρίσκει σαφώς σύμφωνο, είναι οι προχειρότητες του παρελθόντος, κυρίως της δεκαετίας του 80’. «Μετά την εισβολή είχαμε γρήγορη και εύκολη ανάπτυξη που άφησε πίσω της ασκήμια και δυσλειτουργίες. Τώρα ό,τι γίνεται, γίνεται πιο προσεγμένα. Η τοπική αυτοδιοίκηση κάπως ανέπνευσε λίγο. Στο παρελθόν άλλωστε και για λόγους πολιτικών περιπετειών, τοπική αυτοδιοίκηση ουσιαστικά δεν υπήρχε, οι ντόπιοι άρχοντες διορίζονταν, δεν εκλέγονταν. Μετά το 80’ και το 90’ είναι που άρχισαν να γίνονται εκλογές και να συμμετέχουν οι πολίτες».

Σ’ ένα μικρό μαγαζάκι που βρίσκεται δίπλα απ’ το αρχαιολογικό φαστφουντάδικο του Stevis, το οποίο να σημειωθεί πως στέκει ακόμα, έχει ανοίξει τη δική του επιχείρηση, πριν από ένα περίπου χρόνο, ο Γιάννης, όπως μου συστήνεται ένας πολύ προσιτός και συμπαθής νεαρός κουρέας.

Ο τριαντάχρονος καινούριος μου φίλος κατάγεται από τη γειτονική Συρία. Ζει μόνιμα στο νησί μας και συγκεκριμένα στην περιοχή της Ομόνοιας, στην άλλη άκρη της πόλης δηλαδή, τα τελευταία έντεκα χρόνια. «Ήρθα σ΄ αυτήν τη γειτονιά ν’ ανοίξω την επιχείρησή μου επειδή οι περαστικοί είναι πολλοί. Τελικά, αν και έχω δουλειά, δεν είναι αυτό που περίμενα, δεν έχει όσους τουρίστες νόμιζα. Οι περισσότεροι μου πελάτες είναι μόνιμοι κάτοικοι της γειτονιάς. Ρώσοι, Εγγλέζοι, Μπαγκλαντέσι, Κυπραίοι, Έλληνες, Σύριοι, Λιβανέζοι».

Ο Γιάννης δεν δουλεύει με ραντεβού. Από τις 11 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ και για επτά μέρες τη βδομάδα είναι ανοιχτός.

«Είναι ωραία γειτονιά, σίγουρα όμως δεν είναι όπως ήταν παλιά η τουριστική, έχει πέσει πολύ η κίνηση. Για παράδειγμα σήμερα είναι Σάββατο κι ενώ κανονικά θα έπρεπε να ήμουν συνεχώς απασχολημένος, δεν είχα τη δουλειά που θα έπρεπε».

Ένας αρχιτεκτονικός και πολιτισμικός αχταρμάς υπήρξε πάντως, σύμφωνα με τον Πάρι, ανέκαθεν το πρόβλημα της μείζονος Λεμεσού. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα τα σχέδια της επίχωσης που «ενώ παλαιότερα ήταν ένας ωραίος παραδοσιακός μόλος που θύμιζε νησί και Μεσόγειο, το κατέστρεψαν αυτό το πρόσωπο της Λεμεσού για να φτιάξουν κάτι σε στυλ Κόπα Καμπάνα και άλλες ιστορίες για αγρίους. Θέλεις να κάνεις νέες συνοικίες, κάνε τις αλλού, αυτό ήταν και είναι πρόβλημα της Λεμεσού, δεν αποτυπώνεται η ιστορία σωστά».

Σήμερα τι συμβαίνει στη Γερμασόγεια, ρωτώ τον Πάρι. «Σήμερα η τουριστική αυτή ταυτότητα της γειτονιάς έχει καταλαγιάσει και ενώ υπάρχουν ξένοι φαίνεται πως οι περισσότεροι είναι μόνιμοι κάτοικοι. Πας σε περίπτερα ή στα σουβλάκια της περιοχής και στην ουρά συναντάς Ρώσους, Ουκρανούς, Βούλγαρους, Καναδούς, Εγγλέζους, όλες τις ράτσες. Αν κοιτάξεις γύρω σου στο καφέ τώρα οι μισοί είναι κύπριοι, οι άλλοι μισοί ξένοι. Υπάρχει μάλιστα ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των ξένων και των ντόπιων κι αυτή είναι απόδειξη πως ο κύπριος δεν είναι κλειστός προς τους άλλους, έχει εκπαιδευτεί καλά από τους Βρετανούς»*.

Παλιά ερχόμουν πολύ συχνά στη γειτονιά εδώ, για να βγω, μου λέει ο Γιάννης. Μια απογοήτευση ωστόσο εύκολα γίνεται διακριτή στα λεγόμενά του. Μες την απλότητά του γίνεται αρκετά εύστοχος. «Ήταν οι δισκοθήκες, τα παμπ, είχε πολλή κίνηση. Τώρα ο κόσμος φεύγει. Ίσως πια όλα να γίνονται για τα μεγάλα κτίρια και τους πύργους και οι μικρές επιχειρήσεις να πεθαίνουν».

Ο Γιάννης, ο οποίος δείχνει πως θα ήταν αρκετά ευτυχισμένος αν η περιοχή συνέχιζε να έχει το αγιαναπίτικο στυλ, πιστεύει πως πρέπει να γίνουν πράγματα καινούρια που να τραβήξουν κόσμο. Για παράδειγμα, βλέπεις τα σκουπίδια, είναι παντού μέσα στον δρόμο. Οι λάμπες εκείνες οι κίτρινες επίσης δεν είναι ικανοποιητικές. Μετά τις 7, σκοτεινιάζει, τι τουριστική περιοχή είναι αυτή, διερωτάται για να προσθέσει ωστόσο πως «κάτι θετικό που συναντώ εδώ και που δεν συμβαίνει στην Ομόνοια, για παράδειγμα, όπου ζω, είναι πως συνεχώς βλέπεις νέες φάτσες και καινούρια πρόσωπα. Στην Ομόνοια πάντα τους ίδιους βλέπω».

Το αντρικό κούρεμα ο Γιάννης το χρεώνει 12 ευρώ και το γυναικείο 20.

«Ήμασταν το πρώτο μαγαζί που άνοιξε στο Galatex και δυστυχώς το μόνο που απέμεινε» μoυ είχε πει σε παλαιότερη impossible συνέντευξη «ο Χρήστος του Happy Days», όπως θέλει να τον αποκαλέσουμε, ο ιδιοκτήτης του μόνου πάμπ που έμεινε να λειτουργεί στο περίφημο συγκρότημα.

0 51χρονος σήμερα Χρήστος από τα Πολεμίδια μου ζητά αρχικά να τηλεφωνήσω στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας που δουλεύω για να επιβεβαιώσει πως όντως είμαι δημοσιογράφος. «Τόσα χρόνια μέσα στη νύχτα έχουν δει πολλά τα μάτια μου» μου νεύει με νόημα.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΗ: Το μόνο μπαρ που δεν έκλεισε μέσα στο Galatex

Το impossible αυτό μαγαζί που συνεχίζει να ζει στο 90’ (κυριολεκτικά όμως, χωρίς fashion statements κλπ) άνοιξε συγκεκριμένα, θυμάται ο ιδιοκτήτης του, στις 5 Αυγούστου του 1994.

«Τον πρώτο καιρό ήμασταν λίγα μαγαζιά μέσα στο Galatex και προσελκύαμε μόνο τουρίστες. Στη συνέχεια που ήρθαν οι ντόπιοι ήταν που άλλαξε η μουσική και έγινε θορυβώδης. Όσο η αξία των διαμερισμάτων λόγω βαβούρας έπεφτε, τόσο έπαιρναν τα μπαρ τα πάνω τους. Όταν όμως μετά από μερικά χρόνια έγιναν αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, κάτι που συνέπεσε με την παράλληλη νυχτερινή ανάπτυξη της παλιάς πόλης, ασκήθηκαν πιέσεις και το μέρος εγκαταλείφθηκε. Ας μη ξεχνάμε πως όταν υπάρχει δουλειά, τίποτα δεν
κλείνει».

To μαγαζί, παραδέχεται ο Χρήστος και δεν δυσκολευόμαστε καθόλου να τον πιστέψουμε, δεν άλλαξε καθόλου.

«Αν σου δείξω φωτογραφίες που τραβήχτηκαν πριν από 15 χρόνια θα δεις πως όλα έχουν μείνει τα ίδια. Όπως το είχαμε διαμορφώσει τότε με τον αδερφό μου τον πολυτεχνίτη και τον πατέρα μου έτσι έμεινε. Μόνο τα μαξιλαράκια στα καθίσματα των καρεκλών αλλάζουμε κάθε δύο χρόνια και τις τέντες»

«Ελπίζω να έρθει εκείνη η μέρα που θα ξαναδούμε την τουριστική όπως ήταν παλιά» καταλήγει ο ιδιοκτήτης μιας μικρής και ξεχασμένης επιχείρησης που μας θυμίζει πως ακόμη και σε μια χώρα τόση δα όπως η Κύπρος, πολλοί είναι οι διαφορετικοί χωροχρόνοι που μπορούν να συνυπάρξουν και πολλά τα παράλληλα σύμπαντα.

SHARE

Σχόλια

Ιστορίες