Ένα success story με άρωμα Αρμενίας
Ο Avo Bahjejian εξιστορεί τη συναρπαστική ιστορία του
Ο Avo Bahjejian δεν έχει καμία σχέση με τους κουστουμαρισμένους επιχειρηματίες. Φορώντας μια άσπρη ποδιά, σε υποδέχεται χαμογελαστός στο «σπίτι» του στην Ονασαγόρου. Ένας φιλόξενος και γενναιόδωρος άνθρωπος, που έχοντας ως εφόδια τις συνταγές της γιαγιάς του Μπαϊζάρ, το μεράκι και την εργατικότητά του, κατάφερε να κάνει όλους τους Λευκωσιάτες να μιλάνε για τις χαλουμωτές και τα λαχματζούν του. Ο Avo επένδυσε στην Ονασαγόρου, σε μια εποχή που τριγύρω δεν υπήρχαν παρά μόνο μερικά υφασματάδικα. Άλλος στη θέση του, ίσως, να «εκμεταλλευόταν» την επιτυχία του και να άνοιγε και άλλα μαγαζιά. Ο ίδιος θεωρεί ότι τα πράγματα είναι αρκετά δύσκολα τώρα που έχει τόσους υπαλλήλους, παρά παλιά που ήταν μόνο τρία άτομα. Γιατί σημασία έχει να διατηρεί την ίδια ποιότητα, κρατώντας τις τιμές του χαμηλές. Στοιχεία, άλλωστε, που τον καθιέρωσαν. Το success story του έχει άρωμα Αρμενίας, όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια, «χωμένος» σε μια κουζίνα, γεμάτη μυρωδιές και μπαχαρικά.
Γράφει η Κωνσταντίνα Γεωργίου Φωτογραφίες: Μάριος Χαψής
«Στα 22 μου, ο πατέρας μου αποφάσισε να έρθουμε στην Κύπρο. Τον ακολουθήσαμε μαζί με τη μητέρα μου, τη γυναίκα μου, την κόρη μου –αργότερα απέκτησα ακόμη μια κόρη στην Κύπρο- και τον αδελφό μου. Ο πατέρας μου είναι Αρμένιος της Κύπρου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κατεχόμενη Λευκωσία. Ο παππούς και η γιαγιά μου ήρθαν από τα Άδανα στην Κύπρο, το 1915, μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων. Το 63’, με τις φασαρίες, αναγκάστηκαν να γίνουν πρόσφυγες για δεύτερη φορά. Ο πατέρας μου ήταν 22 χρονών, όσο ήμουν κι εγώ όταν ήρθαμε στην Κύπρο».
«Είχα όμορφα παιδικά χρόνια. Γεννήθηκα στην Αρμενία, αλλά μεγάλωσα ανάμεσα σε δυο κουλτούρες: την Αρμένικη και την Κυπριακή. Δυο λαοί που έχουν πολλά κοινά, ακόμη και στο φαγητό. Έχω ένα σωρό όμορφες αναμνήσεις. Ήμουν καλός μαθητής, αλλά που με έχανες, που με έβρισκες … ήμουν στην κουζίνα, στο πλευρό του παππού, της γιαγιάς και της μητέρας μου. Όταν ήρθαμε στην Κύπρο, μετά από τρία χρόνια, “χάσαμε” τη μητέρα μου. Αρρώστησε ξαφνικά. Μια απώλεια που στοίχισε πολύ σε όλους. Μερικά χρόνια αργότερα, την “ακολούθησε” ο πατέρας μου. Στεναχωριέμαι που δεν πρόλαβαν να δουν το μαγαζί μου».
«Πάμε 12 χρόνια πίσω, όταν αποφάσισα να νοικιάσω ένα πολύ μικρό μαγαζί στην Ονασαγόρου. Τότε, δεν υπήρχε τίποτα τριγύρω. Ούτε εστιατόρια, ούτε καφετέριες. Μόνο καταστήματα. Για πέντε χρόνια, πλήρωνα το ενοίκιο, χωρίς να λειτουργώ το μαγαζί, καθώς είχα ένα εστιατόριο μ΄έναν ανιψιό μου, σε μια άλλη περιοχή της Λευκωσίας. Τα έξοδα , όμως, ήταν πολλά και δεν βγαίναμε. Κάπως έτσι, αποφάσισα να δουλέψω εκείνο το μικρό μαγαζί, φτιάχνοντας χαλλουμωτές και λαχματζούν, με συνταγές της γιαγιάς μου, της Μπαϊζάρ –εκείνης που ζούσε στην Κύπρο- που με έμαθε να τα φτιάχνω. Στις αρχές, ήμασταν μόνο τρία άτομα. Μαζί μου είχα μια γιαγιά από την Αρμενία, που ζούσε στην Κύπρο. Σταδιακά έβλεπα το μαγαζί να γεμίζει, αλλά δεν περίμενα με τίποτα πως θα έφτανα να το επεκτείνω και να έχω τόσους υπαλλήλους».
«Η επιχείρηση, βέβαια, παραμένει οικογενειακή. Εγώ βρίσκομαι στο μαγαζί από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα. Μαζί μου βρίσκεται και η γυναίκα μου, ενώ συχνά έρχονται και οι κόρες μου. Πολλοί με ρωτάνε γιατί δεν ανοίγω και άλλα μαγαζιά. Το θέμα είναι να τα λειτουργείς σωστά. Δεν είμαι αυστηρός εργοδότης, αλλά δεν κάνω “εκπτώσεις” σε θέματα καθαριότητας και ποιότητας. Μόνο από τη μυρωδιά, μπορώ να καταλάβω αν αυτό που φτιάξαμε είναι καλό ή όχι. Λάθη πάντα γίνονται. Σημασία έχει να τα διορθώνεις».
«Υπάρχουν πολλοί πελάτες που έρχονται από το ξεκίνημά μου μέχρι σήμερα. Αυτό για μένα είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση. Ο κόσμος φεύγοντας από το φαγητό ή τον καφέ του, κάνει στάση σε μένα για χαλλουμωτή ή λαχματζούν. Δεν έχω παράπονο. Με “αγκάλιασαν” από την πρώτη στιγμή».
«Ποτέ δεν ένιωσα ξένος στην Κύπρο. Με το που ήρθα, φρόντισα να μάθω τη γλώσσα, διατηρώντας παράλληλα τα ήθη και τα έθιμα της Αρμενίας. Ο πατέρας μου, άλλωστε, εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε, το ίδιο και η δεύτερη μου κόρη. Ο παππούς μου πέθανε έχοντας το μυαλό του στην Κύπρο. Μαράζωνε. Έλεγε πως εκεί μεγάλωσε. Εκεί απέκτησε εννιά παιδιά. Πάντα ήθελα να έχω μια πατρίδα. Και νιώθω πως αυτή η πατρίδα, είναι η Κύπρος!».
Mε πληροφορίες από το περιοδικό Down Town