Δολοφονείται ο υπερασπιστής της μη βίας, Μαχάτμα Γκάντι

Δολοφονείται ο υπερασπιστής της μη βίας, Μαχάτμα Γκάντι

Υπήρξε ο καταλύτης για την κατάρρευση της αποικιοκρατίας τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Μαχάτμα Γκάντι, ήταν Ινδός δικηγόρος, πολιτικός, στοχαστής και επαναστάτης ακτιβιστής. Υπήρξε σημαντικός πνευματικός οδηγός της Ινδίας και του κινήματος για την ανεξαρτησία της, καθώς και εμπνευστής της μεθόδου παθητικής αντίστασης χωρίς τη χρήση βίας έναντι των καταπιεστών.

Η διδασκαλία του επηρέασε το διεθνές κίνημα για την ειρήνη και μαζί με τον ασκητικό βίο του συνέτειναν να καταστεί παγκόσμιο σύμβολο και ορόσημο της φιλοσοφικής και κοινωνικοπολιτικής διανόησης του 20ού αιώνα. Έγινε ευρύτερα γνωστός με την προσωνυμία Μαχάτμα, που σημαίνει Μεγάλη Ψυχή.

Μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, το οποίο ασπαζόταν τις απόψεις του τοπικού θρησκευτικού κινήματος της Γκουτζαράτ, Τζαΐν, που πρέσβευε τις αρχές του μη-τραυματισμού οποιουδήποτε ζωντανού πλάσματος, τη χορτοφαγία, τη νηστεία ως μέθοδο αυτοκάθαρσης και την αμοιβαία ανοχή μεταξύ των μελών των διάφορων καστών και θρησκευτικών κινημάτων.

Μετά το σχολείο σπούδασε νομικά στο Λονδίνο. Συχνά ο τρόπος ζωής του αποτελούσε λόγος χλευασμού από τους συμφοιτητές του, αλλά αυτό υπήρξε κίνητρο για να αποκτήσει μαχητικότητα και να εγκαταλείψει τους χαμηλούς του τόνους. Υπήρξε μάλιστα μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Συλλόγου Χορτοφάγων του Λονδίνου, στην οποία ανήκε και ο θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, συμμετείχε στις συνεδριάσεις τους και αρθρογραφούσε στο περιοδικό τους.

Όταν επέστρεψε στην Ινδία δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά και δεχτηκε μια θέση εργασίας στη Νότιο Αφρική. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε καθοριστικό στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, αφού ήρθε σε άμεση αντιμετώπιση με μια σειρά από ρατσιστικά γεγονότα, που από δικηγόρο τον μετέτρεψαν σε πολιτικό ηγέτη. 

Όταν επέστρεψε στην Ινδία το  ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε στο πρόβλημα της επαγγελματικής μαθητείας, σύστημα στο πλαίσιο του οποίου φτωχοί και αγράμματοι εργάτες δελεάζονταν ώστε να εγκαταλείψουν την Ινδία εργαζόμενοι σε άλλες βρετανικές αποικίες.

Ο Γκάντι έγινε κήρυκας του ινδικού εθνικισμού και της ειρηνικής άρνησης συνεργασίας με τους Βρετανούς αποικιοκράτες. Η στάση των Βρετανών απέναντί του ήταν ένα κράμα θαυμασμού, θυμηδίας, αμηχανίας, καχυποψίας και μνησικακίας. Τα ίδια συναισθήματα έτρεφαν και αρκετοί από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο Γκάντι χρησιμοποιούσε τακτικά την πρακτική της απεργίας πείνας. Το φθινόπωρο του 1924 ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας τριών εβδομάδων για να τους παροτρύνει να ακολουθήσουν τον δρόμο τής μη βίας. Αυτή ήταν μία από τις κυριότερες «δημόσιες νηστείες» του.

Το 1930 εφάρμοσε την πιο σημαντική από τις πολιτικές του: την αντίσταση κατά του φόρου στο αλάτι που επέβαλλαν οι Βρετανοί, οι οποίοι δεν δίσταζαν να τον φυλακίζουν με κάθε ευκαιρία. Στη φυλακή ο Γκάντι ξεκίνησε άλλη μία απεργία πείνας για να αποκτήσουν δικαιώματα οι «παρίες», που ήταν σε θέση χειρότερη και από εκείνη της χαμηλότερης κάστας. Συγχρόνως, δεν έπαυε να ζητεί την ανεξαρτησία της Ινδίας.

Προσπάθησε αρκετά να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις δύο μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της χώρας τους ινδουιστές και τους μουσουλμάνους. Το αποτέλεσμα ήταν να τον μισήσουν και οι δύο. 

Σαν σήμερα, στις 30 Ιανουαρίου 1948, ενώ ο Γκάντι κατευθυνόταν προς τον τόπο της βραδινής του προσευχής στο Δελχί, δολοφονήθηκε από τον 39χρονο φανατικό ινδουιστή Νατουράμ Γκότσε, αυτός ο υπέρμαχος της μη βίας.

 

Πηγή SanSimera.gr

Πηγή κεντρικής φωτογραφίας 

Loader