20 Jul 2019

«Όταν ήρθα στην Κύπρο, δεν ήξερα κανέναν και με πήραν στο καταφύγιο»

Η ιστορία του Λιμού από την Γκάμπια

Κείμενο και φωτογραφίες: Melissa Hekkers

"Το ταξίδι είναι κάτι για το οποίο δε θέλω να μιλήσω", με προειδοποιεί ο Λίμου, καθώς παραγγέλουμε ζεστή σοκολάτα και καθόμαστε έξω στον ήλιο -λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα- στο κέντρο τις πόλης.

"Ήμουν μάρτυρας και βίωσα μερικά πράγματα στο δρόμο (προς την Κύπρο) για τα οποία δύσκολα μπορώ να μιλήσω... Αναμνήσεις που πραγματικά δεν θέλω να θυμάμαι πια, επειδή είναι επώδυνες", προσθέτει.

Ο Λίμου έφτασε μόνος στην Κύπρο σε ηλικία δεκαεπτά ετών, αφήνοντας τη γιαγιά του -το μοναδικό μέλος που απόμεινε απο την οικογένειά του- πίσω στη Γκάμπια. Κατά την άφιξή του, ο Λίμου πέρασε έξι μήνες στην Λάρνακα, σε ένα καταφύγιο για ασυνόδευτους ανηλίκους, ένα κέντρο που παρέχει καταλύματα για άτομα κάτω των δεκαοκτώ ετών που ταξιδεύουν μόνοι και ζητούν άσυλο.

"Πρέπει να είμαι ευγνώμων. (Στο καταφύγιο) μου έδιναν τρία γεύματα την ημέρα και κοιμόμουν άνετα. Μπορώ να πω ότι είχα τα πάντα εκεί, εκτός από ένα πράγμα", λέει ο Leemu, καθώς αρχίζει να περιγράφει τις πρώτες εμπειρίες του στην Κύπρο. "Δεν είχα πρόσβαση σε εκπαίδευση”.

Όλα όσα κάνει ο Λίμου οδηγούνται από την προθυμία του να προωθήσει την εκπαίδευσή του, καθώς μου λέει το σύνθημα της ζωής του: «Η εκπαίδευση είναι η ζωή μου, η εκπαίδευση είναι η προτεραιότητά μου».

Αφού πέρασε έξι μήνες στην ασφάλεια του καταφυγίου, ο Λίμου αναγκάστηκε να φύγει. Σύμφωνα με το νόμο, όταν ένας ανήλικος κλείνει τα δεκαοκτώ του χρόνια, είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει το καταφύγιο και να ζήσει μόνος του, αφού πλέον θεωρείται ενήλικας.

"Ήταν και πάλι κάτι καινούργιο", λέει ο Λίμου. "Όταν ήρθα στην Κύπρο, δεν ήξερα κανέναν και με πήραν στο καταφύγιο. Τώρα, έπρεπε να φύγω από εκεί, να βγω έξω, χωρίς να ξέρω κανένα, και αυτό ήταν ξανά μια πρόκληση. Γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσα να πάω και στο σχολείο, αυτό ήταν μια άλλη πρόκληση.”

«Αναρωτιόμουν τι θα έκανα όταν θα έφευγα από το κατάφυγιο. Ρώτησα τους λειτουργούς αν θα είχα την ευκαιρία να πάω στο σχολείο. Δεν μου δόθηκε πράσινο φως γι’ αυτό, δεν ήταν σίγουροι. Οι πιθανότητες να πάω στο σχολείο ήταν 10 τοις εκατό... Έκλεγα στο κρεβάτι μου εκείνη την ημέρα."

Αφού είχε βρεί ένα ‘καταφύγιο’ μέσα στο καταφύγιο, ο Λίμου δίσταζε να φύγει και ήταν αβέβαιος για το τι θα έβρισκε στη συνέχεια. Τελικά βρήκε ένα μέρος για να μείνει στη Λευκωσία, όπου κατοικεί μέχρι σήμερα. «Ήμουν νέος στην Γκάμπια αλλά στην Κύπρο είναι διαφορετικό. Νομίζω ότι είναι πεπρωμένο. Η Κύπρος είναι ένας τόπος για το οποίο δεν ήξερα τίποτα, όμως είναι ο τόπος που εισήλθα στην ενήλικη ζωή μου και γι’ αυτό την αποκαλώ το δεύτερο σπίτι μου."

"Αγαπώ τη Λευκωσία ... Έχω συναντήσει πολλούς ανθρώπους εδώ και έχω κάνει πολλές βελτιώσεις όσον αφορά το γράψιμο μου. Έχω ελεύθερο μυαλό, συνδέομαι με ανθρώπους, παρακολουθώ εργαστήρια.”

Ο Λίμου χρησιμοποιεί πέννα και χαρτί για να ‘απελευθερώσει' τα συναισθήματά του, τις εμπειρίες του και την κατανόηση του για την ίδια τη ζωή. Φτάνοντας στο νησί ως ανήλικος, ζώντας αναμεταξύ μας είναι που ο Λίμου έχει ωριμάσει σε ενήλικα, με εξαιρετική γενναιότητα και πίστη προς ένα καλύτερο μέλλον.

"Τίποτα δεν έρχεται εύκολα στη ζωή, και αυτό με κρατάει σε ετοιμότητα. Ο κάθε άνθρωπος που γνώρισα μου έδωσε κάτι, μια συμβουλή. Έχω γράψει κάτω όλα αυτά τα λόγια που μου είπαν και που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

"Οι άνθρωποι λένε ότι χαμογελώ πολύ. Έτσι βγαινει ο πόνος μου, έτσι δείχνω ότι παρόλο που έχω πόνο μέσα μου, θέλω πραγματικά να είμαι μέλος της κοινωνίας, θέλω πραγματικά να συνεργαστώ με τους ανθρώπους, θέλω να σκεφτομαι θετικά και να επιδιώξω κάτι καλό για τον εαυτό μου και τη μελλοντική οικογένειά μου. Αυτό σημαίνει το χαμόγελο στο πρόσωπό μου."

"Με το γράψιμο βγαίνουν επίσης πράγματα που δεν μπορώ να πω προφορικά... Όταν μιλάω, μερικές φορές δεν μπορώ να ολοκληρώσω την πρότασή μου επειδή μου έρχονται δάκρυα στα μάτια. Αλλά με τη γραφή μπορώ. Μιλάω στον εαυτό μου, λέω τα μυστικά μου και τον πόνο μου στον εαυτό μου. "

Βρεθήκαμε με τον Λίμου μια μέρα μεταξύ της παραμονής των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και αναρωτήθηκα πώς ο Λίμου πέρασε το χρόνο του καθ’ όλη τη διάρκεια των γιορτών, ειδικά χωρίς να έχει καμιά οικογένεια εδώ.

"Δεν έκανα πολλά, οι περισσότεροι από τους φίλους μου ήταν απασχολημένοι, μερικοί από αυτούς πήγαν να περάσουν τα Χριστούγεννα με τις οικογένειές τους, μερικοί από αυτούς ταξίδεψαν στο εξωτερικό... Ήμουν στο σπίτι, αλλά έγραφα. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που με κρατά απασχολημένο όταν είμαι μονάχος μου.»

Ο Λίμου έχει συγκεκριμένες παιδικές αναμνήσεις από τις εορταστικές εκδηλώσεις των Χριστουγέννων. «Στη Γκάμπια, επειδή υπαρχει ένα μίγμα μουσουλμάνων και χριστιανών, γιορτάζουμε μαζί, κάνουμε πάρτι, πηγαίνουμε στο σπίτι ένας του άλλου.»

«Πέρσι, που ήμουν στο καταφύγιο (για ασυνόδευτους ανηλίκους), μας προετοίμασαν φαγητό και γιορτάσαμε σε μια μεγάλη αίθουσα, αλλά φέτος, επειδή είμαι έξω, είναι διαφορετικό.»

«Μου λείπει το σπίτι μου, αυτό είναι προφανές, αλλά τώρα, το επίπεδο της ζωής μου είναι πολύ διαφορετικό από εκεί πού ήταν. Συνειδητοποίησα πολλά πράγματα. Έχω μάθει πολλά πράγματα στην Κύπρο. Παρόλο που έχει μόνο ένα χρόνο και κάτι μήνες που είμαι στην Κύπρο, αυτά που έχω μάθει εδώ είναι περισσότερα από όσα έχω μαθει ή βιώσει τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια της ζωής μου... Βλέπω τη ζωή μου ως ένα άλλο κεφάλαιο.»

Μιλώντας για άλλα κεφάλαια, αρχίζουμε να μιλάμε για τον καινούργιο χρόνο και πού μπορεί να μας οδηγήσει. Ο Λίμου μοιράζεται την επιθυμία του για το 2018, να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας. Προς το παρόν, αναμένει την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου σχετικά με το αν θα μπορέσει να παραμείνει στη χώρα ή όχι. Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει μήνες και αφήνει τους αιτούντες ασύλου σε αδράνεια μέχρι να ολοκληρωθεί.

«Αν με αναγνώρισουν θα αισθανθώ ότι είμαι μέλος της κοινωνίας, ότι μπορώ να εξελίξω τον εαυτό μου, να συνεισφέρω στην κοινωνία, να προχωρήσω με την ζωή μου και να βοηθήσω τη γιαγιά μου... Πάντα σκέφτομαι πως μπορώ να δώσω πίσω για τα πράγματα που έκανε η Κύπρος για μένα.»

Ο Λίμου είχε πολλές επισκέψεις στο Διοικητικό Δικαστήριο, με την τελευταία του ακρόαση να είναι προγραμματισμένη για το νέο έτος και θυμάται έντονα την πρώτη του εμπειρία.

«Φοβόμουν γιατί όλοι ήταν ντυμένοι σαν διπλωμάτες. Ένιωσα ότι δεν ανήκα εκεί. Αλλά ένα πράγμα που μου άρεσε ήταν ότι όλοι οι άνθρωποι εκεί πέτυχαν κάτι λόγω της εκπαίδευσης τους. Αυτός ηταν ο λόγος για τον οποίο ήταν εκεί και ένιωσα πολύ χαρούμενος που βρίσκομουν αναμεταξύ τους. Με ενθάρρυνε πραγματικά να μάθω γιατί μια μέρα μπορει να είμαι ένας από αυτούς και μόνο η εκπαίδευση μπορεί να με πάει εκεί.»

Eυχαριστούμε θερμά τη Caritas για τη συνεργασία με την AVANT GARDE και τη δημοσίευση των συνεντεύξεων.

Δες κι αυτά

Πρόσωπα