22 Apr 2019

Τσαρλς Μάνσον, ο άνθρωπος πίσω από το πιο φρικτό έγκλημα στην ιστορία του Hollywood

Ο ίδιος δεν σκότωσε ποτέ και πέθανε από φυσικά αίτια το 2017

Ο Τσαρλς Μάνσον, ένας από τους πιο επικίνδυνους εγκληματίες των ΗΠΑ ακόμη και μέσα από τη φυλακή, πέθανε σε ηλικία 83 ετών. Ηταν ένας ψυχοπαθής γκουρού, υπεύθυνος για σειρά δολοφονιών ανάμεσά τους και η δολοφονία της ηθοποιού Σάρον Τέιτ, η αγριότητα της οποίας σόκαρε τόσο την Αμερική όσο και ολόκληρο τον κόσμο.

Στο πέρασμά του άφησε πίσω του, αυτό ακριβώς που ανακάλυψε κραυγάζοντας η οικονόμος του Ρομάν Πολάνσκι, όταν μπήκε στο σπίτι του το πρωί της 10ης Αυγούστου 1969: «Φόνοι, θάνατος, πτώματα, αίμα!». Τη νύχτα που προηγήθηκε, η «οικογένεια» του Τσαρλς Μάνσον, είχε περάσει από εκεί, αφήνοντας πίσω της τέσσερις άγρια δολοφονημένους -μεταξύ των οποίων και η Σάρον Τέιτ, ανερχόμενη ηθοποιός και έγκυος σύζυγος του Πολάνσκι.

Ο Μάνσον ήταν το μυαλό πίσω από το πιο άγριο έγκλημα στην ιστορία του Χόλιγουντ. Ο ίδιος δεν σκότωσε ποτέ, όμως δύο χρόνια μετά, στις 19 Απριλίου του 1971, ο εισαγγελέας πετυχαίνει με ευκολία την καταδίκη του στην θανατική ποινή. Η ζωή του σώζεται μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής στην Καλιφόρνια. Ο διαβόητος εγκληματίας θα πεθάνει τελικά από φυσικά αίτια τον Νοέμβριο του 2017 σε ηλικία 83 ετών.

Η παιδική ηλικία

Ο Μάνσον γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1934 στο Σινσινάτι του Οχάιο. Η μητέρα του ήταν 16 ετών. Ο μικρός Τσαρλς μεγάλωσε χωρίς αγάπη, ενώ δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του.

Η παιδική του ηλικία ήταν χαώδης. Στην εφηβεία εισήχθη σε ίδρυμα για αγόρια, όπου μυήθηκε στην παραβατικότητα. Το 1955, σε ηλικία 21 ετών, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 5 ετών για κλοπή αυτοκινήτου, αλλά αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους.
Τότε προσπαθεί κάπως να ενταχθεί και παντρεύεται την Ρόζαλι Ουίλις. Αλλά ένα χρόνο μετά ξανασυλλαμβάνεται για κλοπή αυτοκινήτου. Στη φυλακή μαθαίνει ότι έχει έναν γιο, αλλά η Ρόζαλι ζητά διαζύγιο και φεύγει με το παιδί.
Αποφυλακίζεται λόγω καλής συμπεριφοράς, αλλά στη συνέχεια μπαινοβγαίνει στη φυλακή για διάφορα εγκλήματα. «Πέρασα όλη μου τη ζωή στη φυλακή, πράγμα που σημαίνει ότι εδώ αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, ε...πόσο καιρό είμαι στη φυλακή; 34 χρόνια...», δήλωσε σε συνέντευξή του το 1981.

Φρίκη και παράνοια στο Χόλιγουντ

Βρισκόμαστε στο τέλος των '60s. Η ακμή της σεξουαλικής επανάστασης και των ιδανικών των χίπηδων, έχει μόλις αρχίσει να ξεθωριάζει. Είναι η χρονιά που ο άνθρωπος περπατάει στο φεγγάρι, είναι η χρονιά του Γούντστοκ, είναι το καλοκαίρι του '69.

Ο Μάνσον εμφανίζεται ως «προφήτης», ο οποίος εκφράζει μια παράξενη καταστροφολογική, ψευτο-επαναστατική θεωρία, σύμφωνα με την οποία οι μαύροι θα εξεγείρονταν και θα ξεσπούσε πόλεμος με τους λευκούς και μόνο η «οικογένεια» θα γλίτωνε υπό τη σκέπη του Μάνσον, που ήταν ο πέμπτος άγγελος (οι άλλοι τέσσερις ήταν οι Μπιτλς).

Ακούγεται παρανοϊκό, όμως ο Μάνσον βρίσκει οπαδούς, δημιουργεί ένα κοινόβιο, που ζει με επαιτείες στην έρημο, μια «σέχτα», που αποτελείται κυρίως από διαταραγμένες νεαρές και θέτει σε λειτουργία το σχέδιο, με το όνομα Helter Skelter, που διατάζει θάνατο σε όσους μετέχουν στο σύστημα -εν προκειμένω- του Χόλιγουντ.

Το σπίτι του Πολάνσκι επιλέγεται ως στόχος από τον ίδιο τον Μάνσον, γιατί είχε προηγούμενα με τον παραγωγό που έμενε πριν σε αυτό -είχε απορρίψει τη μουσική του. Ο Πολάνσκι λείπει, βρίσκεται στο Λονδίνο για γυρίσματα. Εκείνη τη νύχτα πέντε άνθρωποι βρίσκονται στην κατοικία του Cielo Drive: η Τέιτ, ο πρώην σύντροφός της και διάσημος κομμωτής, Τζέι Σίμπρινγκ, η κληρονόμος Αμπιγκέιλ Φόλγκερ με τον φίλο της, ηθοποιό και συγγραφέα, Βόιτεκ Φρικόφσκι και ο 18χρονος Στίβεν Πάρεντ, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με τους υπόλοιπους, απλώς έκανε επίσκεψη στο σπίτι για να συναντήσει τον φύλακα και να του πουλήσει ένα ραδιόφωνο.

Πρέπει να κάνουμε ένα έγκλημα που θα τραβήξει την προσοχή όλου του κόσμου: Αυτό παραδεχόταν, εκ των υστέρων στο δικαστήριο, πως ήταν το σχέδιό του

Η αιματηρή επιδρομή
Ο Μάνσον, στέλνει στη δολοφονική αποστολή δύο γυναίκες και δύο άντρες, τους Τεξ Γουότσον, Πατ Κρενγουινκλ, Σούζαν Ατκινς και Λίντα Καζάμπιαν, οι οποίοι επιβιβάζονται σε ένα Ford του '59 και φτάνουν στο σπίτι γύρω στα μεσάνυχτα, σκαρφαλώνοντας από την πλευρά του λόφου. Ο Πάρεντ φεύγει εκείνη την ώρα με το αυτοκίνητο, υπό την απειλή όπλου του κάνουν νόημα να σταματήσει. Ακολουθούν τέσσερις πυροβολισμοί και ο νεαρός πέφτει νεκρός -απλώς γιατί βρέθηκε στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή.

Η «οικογένεια» μπαίνει στο σπίτι, συγκεντρώνει και τα τέσσερα πρόσωπα που βρίσκονταν εκεί στο σαλόνι. Αρχικά δένουν ένα σκοινί γύρω από το λαιμό της Τέιτ και του Σίμπρινγκ. Εκείνος διαμαρτύρεται, τους λέει για την εγκυμοσύνη της, ο Γουότσον πυροβολεί δύο φορές. Ο Φρικόφσκι καταφέρνει να φύγει, τρέχει προς την έξοδο, τον προλαβαίνουν οι πυροβολισμοί, πέφτει και δέχεται 51 μαχαιριές. Η Φόλγκερ προσπαθεί να τρέξει στην κρεβατοκάμαρα, η Κρένγουικλ της βάζει τρικλοποδιά, ο Γουότσον την αποτελειώνει.

Η Τέιτ παρακαλεί για τη ζωή του μωρού της. Οι τελευταίες λέξεις, που ακούει είναι: «Γυναίκα, δεν υπάρχει οίκτος για σένα». Ο Γουότσον τη μαχαιρώνει 16 φορές. Οι δολοφόνοι φεύγουν, αφού πρώτα γράψουν με το αίμα της τη λέξη «pig» (γουρούνι) στην πόρτα...

Μια μέρα μετά,η «οικογένεια» ξαναχτυπά -με επικεφαλής τον ίδιο τον Μάνσον- και δολοφονεί, πάντα με πολλαπλές μαχαιριές και ματωμένες επιγραφές στον τοίχο, το ζεύγος Λαμπιάνκα στο σπίτι τους στο Λος Αντζελες. Η Αμερική ανατριχιάζει από άκρη σε άκρη, ο τρόμος φωλιάζει στο λόφο του Χόλιγουντ.

Η αστυνομία κάνει απανωτά λάθη καθυστερώντας να συνδέσει τις δύο υποθέσεις, ενώ ο Τύπος δεν δείχνει έλεος, κατηγορώντας τα θύματα για έξαλλα πάρτι και σατανιστικά όργια (επηρεασμένος από το «Μωρό της Ρόζμαρι»).

Οι δολοφόνοι συλλαμβάνονται τέσσερις μήνες μετά, όταν η Σούζαν Ατκινς, η οποία προφυλακίζεται για άλλη υπόθεση, κομπάζει για τα εγκλήματα στο σπίτι της Τέιτ και εκμυστηρεύεται σε συγκρατούμενη ότι θα επακολουθήσουν οι δολοφονίες των Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Ρίτσαρντ Μπάρτον και Φρανκ Σινάτρα.

Η δίκη κρατάει ένα χρόνο και παίρνει τεράστια δημοσιότητα. Ο εισαγγελέας πετυχαίνει την καταδίκη του Μάνσον, αν και ο ίδιος δεν έχει σκοτώσει και οδηγείται στη φυλακή.

Παρότι στο πέρασμα των χρόνων, αιτήθηκε πλείστες φορές να αποφυλακιστεί, ο ίδιος δεν έδειξε κανένα σημείο μεταμέλειας, αρνούμενος κάθε πρόγραμμα βοήθειας και εκπαίδευσης.

Πρόσωπα