Παναγιώτα Παπαγεωργίου: «Έχω πάντα την αίσθηση πως φέρω μια ευθύνη για κάθε ρόλο»

Παναγιώτα Παπαγεωργίου: «Έχω πάντα την αίσθηση πως φέρω μια ευθύνη για κάθε ρόλο»

Μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της μιλά στην Avant Garde για τη νέα της θεατρική δουλειά «Χορεύοντας στη Λουνάσα» και πως αυτό το έργο υπήρξε καθοριστικό για τη ζωή της.

Η Παναγιώτα Παπαγεωργίου αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί στη νέα παραγωγή της Θεατρικής Ομάδας Persona και στο βραβευμένο με τρία θεατρικά βραβεία Tony αριστούργημα του Brian Friel «Χορεύοντας στη Λουνάσα», σε σκηνοθεσία Λέας Μαλένη. Μιλήσαμε μαζί της για το συγκεκριμένο έργο, τον ρόλο της, την σπουδαία γραφή του Φρίελ και μας αποκάλυψε την προσωπική της σχέση με το «Χορεύοντας στη Λουνάσα».

Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις και συναισθήματα όταν διάβασες το συγκεκριμένο έργο;
Πίσω από το συγκεκριμένο έργο, κρύβεται μια προσωπική μου ιστορία. Το «Χορεύοντας στη Λουνάσα» ανέβηκε το 1994 από τον ΘΟΚ σε σκηνοθεσία του Χρήστου Σιοπαχά. Ήμουν μαθήτρια και θυμάμαι πως με εντυπωσίασε πολύ εκείνη η παράσταση. Ήταν άρτια από κάθε άποψη. Ακόμα θυμάμαι την Λένια Σορόκου, η οποία υποδυόταν την Μάγκι, να στέκεται στο βάθος της σκηνής, μπροστά σε ένα παράθυρο, να καπνίζει ένα τσιγάρο και να με ταξιδεύει. Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα πως πραγματικά αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου, να γίνω ηθοποιός. Με είχε συγκλονίσει η ερμηνεία της, ήταν όλοι τους υπέροχοι. Αλλά η Λένια είχε κάνει εκείνη την υπέρβαση... Εκείνη την υπέρβαση που θέλουμε να ζήσουμε κάποια στιγμή όλοι  οι ηθοποιοί. Μίλησε βαθιά μέσα μου και καθόρισε τη πορεία μου. Το «Χορεύοντας στη Λουνάσα»  λοιπόν ήταν για μένα η αφορμή να πάρω μια από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής μου.

1

Τι είναι αυτό που σε εντυπωσίασε στον τρόπο γραφής του Φρίελ;
Ο Φρίελ είναι ο σημαντικότερος δημιουργός του σύγχρονου ιρλανδικού θεάτρου. Η απλότητά του είναι αφοπλιστική. Έχει μια γήινη ποιητικότητα. Μια ποιητικότητα,, όμως που εδράζεται κυρίως στην αδιόρατη- σχεδόν μουσική-ροή του οικείου λόγου που προσδίδει σημασία στα ασήμαντα. Ο Φρίελ φωτίζει όλους τους χαρακτήρες του έργου. Δεν κάνει εκπτώσεις και δεν παραμελεί κανέναν από τους ήρωες του. Το «Χορεύοντας στη Λουνάσα» είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο με ξεκάθαρες φιγούρες. Τι κρύβεται όμως στη ψυχή του καθενός; Αναγκάζεται-δυστυχώς- η κάθε ψυχή να αλλοιωθεί από τις συγκυρίες της ζωής. Πόσο ξεκάθαρη είναι η εικόνα που βγάζουμε προς τα έξω; Άραγε πόσο καλά μας ξέρουν ακόμα και οι πιο κοντινοί μας άνθρωποι; Αν απελευθερώνονταν τα εγκλωβισμένα θέλω μας, πόσο διαφορετική πορεία θα είχε η ζωή μας; Όλοι οι χαρακτήρες του Φρίελ είναι τρισδιάστατοι, έχουν τα μυστικά τους, τους κρυφούς τους έρωτες, μάχονται με τον εαυτό τους, πνίγονται στη πραγματικότητά τους, δεν είναι ικανοποιημένοι, είναι εγκλωβισμένοι σε ένα πρέπει, σ’ένα σωστό ή λάθος. Ο ίδιος είπε πως: «η γλώσσα έχει εξαντληθεί για μένα με κάποιο τρόπο. Οι λέξεις έχουν χάσει την ορθότητα τους και την ακρίβεια τους. Οπότε χρησιμοποιώ τον χορό, ως αντικατάσταση της γλώσσας.». Τον χορό. Την ανάγκη ενός ξεσπάσματος. Εγώ θα συμπληρώσω πως χρησιμοποιεί και τη σιωπή. Τα πράγματα που οι άνθρωποι δεν λένε. Γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο να προσεγγίσεις τους χαρακτήρες του Φρίελ, είναι τόσα πολλά αυτά που δεν λένε, που πρέπει να τα ανακαλύψεις και να τα αποκρύψεις μέσα σου, βαθιά μέσα σου, να τους δώσεις τον χρόνο να ζυμωθούν και μετά να τα αφήσεις να ταξιδέψουν μέσα στην σιωπή.

6

Γιατί χορεύοντας στη Λουνάσα; Πως δικαιολογείται ο τίτλος και μίλησε μας λίγο για το έργο, τι πραγματεύεται;
Η Λουνάσα ήταν ένα αγροτικό ιρλανδικό πανηγύρι προς τιμή του θερισμού και της συλλογής των νέων καρπών το οποίο κρατούσε δεκαπέντε μέρες. Ένας εορτασμός αφιερωμένος στην υγεία, τη γονιμότητα και την ευημερία. Δεν είναι ένας τυχαίος τίτλος. Ο χορός, διατρέχει το έργο σε όλα τα επίπεδα. Λειτουργεί καταλυτικά ως μέσο φυγής, ως τρόπος έκφρασης, ως παγανιστικό κατάλοιπο. Τα πρόσωπα εκτονώνονται μέσα από το χορό, παραδίνονται σε μια βακχική μανία, ψάχνοντας να βρουν ένα μέρος του εαυτού τους που υπάρχει κρυμμένο μέσα τους, είναι σαν μια ερωτική πράξη, μια σαρκική εκτόνωση, μια ανάγκη διαφυγής από τη πραγματικότητα και μια προσπάθεια να οδηγηθείς έστω για μια στιγμή στη λύτρωση. Το «Χορεύοντας στη Λουνάσα» είναι ένα τρυφερό έργο μνήμης, για την αναζήτηση ταυτότητας και τα χαμένα όνειρα, με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, κι ένα αλληγορικό ταξίδι στην πολύπαθη ιστορία της Ιρλανδίας, το οποίο ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση, αφήνοντας μια νοσταλγική, γλυκόπικρη γεύση στον αέρα. Με λίγα λόγια, ο Μάικλ,  ένας νεαρός άντρας, επισκέπτεται το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε και ανακαλεί μέσα από τις εικόνες του παρελθόντος την ευαίσθητη ισορροπία της προσωρινής, φαινομενικής ηρεμίας του σπιτιού που μεγάλωσε μαζί με την ανύπαντρη μητέρα του και τις τέσσερις γεροντοκόρες θείες του, με την παντελή απουσία της αρσενικής παρουσίας. Εστιάζει το ταξίδι της μνήμης του στο καλοκαίρι του 1936, όταν ο ίδιος ήταν επτά χρονών ανασύροντας την αρχή του τέλους της οικογένειας, την επιστροφή του θείου Τζακ, τις επισκέψεις του πατέρα του και τη θλιβερή διάλυση της οικογένειας του, λίγο καιρό μετά. 

6


Ποιος είναι ο δικός σου ρόλος στην παράσταση και πως θα τον δούμε να λειτουργεί επί σκηνής;
Εγώ υποδύομαι την Κέιτ Μάντη. Είναι ένας από τους πιο δύσκολους ρόλους που έχω κληθεί να υποδυθώ. Ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας, πολύ σύνθετος. Με παίδεψε πολύ και με παιδεύει. Η Κέιτ είναι η μεγαλύτερη αδερφή της οικογένειας. Κουβαλά  το φορτίο όλης της οικογένειας. Έχει βαπτίσει τον εαυτό της «προστάτη» και έχει εγκλωβιστεί σ’ αυτό τον ρόλο. Δασκάλα στο επάγγελμα. Αυτή φέρνει τα χρήματα στο σπίτι. Θύμα μιας καταπιεστικής καθολικής ηθικής. Μια γυναίκα που πάλεψε για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας άλλα αγνόησε τη δική της ανεξαρτησία. Μια γυναίκα που έπνιξε τα «θέλω» της μέσα  στα «πρέπει». Μια γυναίκα που κουβαλά για χρόνια θαμμένο μέσα της έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Ανύπαντρη, αυστηρή, παρεξηγημένη, έτοιμη να θυσιαστεί για όλους τους άλλους, με λάθος τρόπο και παράλληλα εύθραυστη. Στην προσπάθεια της να κρατήσει όρθιο το σπίτι της και να προστατεύσει τις αδερφές της, τον αδερφό της και τον μικρό Μάικλ, έρχεται αντιμέτωπη με τις ρωγμές της ζωής, συνειδητοποιεί πως χάνει τον έλεγχο, πως γύρω της τα πάντα είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Και καταρρέουν. Και καταρρέει κι αυτή.

Τι αναμένει το κοινό από αυτό το έργο; Τι συναισθήματα θα του προκαλέσει; 
Η οικειότητα των καταστάσεων μπορεί να φέρει τον θεατή πιο κοντά. Στο μικρόκοσμο του έργου υπάρχουν τα πάντα. Η οικογένεια, τόσοι διαφορετικοί άνθρωποι που νοιάζονται ο ένας τον άλλον, που μπορεί να μην ταιριάζουν αλλά αγαπιούνται , οι χαμένοι έρωτες, οι χαμένες φιλίες, η ανάγκη στο να υπάρξω, να αγαπηθώ, να επιβιώσω... Αυτή η καθημερινή ελπίδα ότι θα αλλάξουν τα πράγματα και η άγρυπνη στιγμή του πένθους της ελπίδας. Αυτή η αθωότητα με την οποία τα πρόσωπα του έργου βιώνουν τις εμπειρίες της καθημερινότητας. Ο αφηγητής, προλαβαίνει την ιστορία, αφηγείται την εξέλιξη της, το τέλος της και ο θεατής παρακολουθεί την άγνοια αυτών των ανθρώπων απέναντι στην καταστροφή, απέναντι στη μοίρα τους. Ένα έργο που γεννάει συναισθήματα. Ακόμα και η καθορισμένη από τον συγγραφέα μουσική, οι ιρλανδικοί ήχοι, ο χορός, το ηχοτοπίο του Νεκτάριου, η αυλή και το σπίτι που έφτιαξε ο Εδουάρδος για να φιλοξενήσει την οικογένεια Μάντη, το αλεύρι, τα μούρα, τα κοινά των λαών μας, ο πόθος για ανεξαρτησία, πράγματα και καταστάσεις που ακούγονται ιδιαίτερα κοινά σε εμάς τους Κύπριους, η τάση φυγής και η νοσταλγία δημιουργούν ένα πολύχρωμο καμβά συναισθημάτων που το κοινό θα πάρει μαζί του φεύγοντας.

1

Κάθε σκηνοθέτης-σκηνοθέτρια στη δική σας περίπτωση, έχει ένα όραμα για το έργο που σκηνοθετεί και φέρει την απόλυτη ευθύνη. Πόσο εύκολο είναι για ένα ηθοποιό να τον ακολουθεί έστω κι αν ίσως διαφωνεί;  Ποια είναι η θέση του ηθοποιού στη σχέση του με τον σκηνοθέτη, να υπακούει πιστά, να διαφωνεί, να συζητά πως λειτουργεί αυτή η σχέση; 
Ο κάθε σκηνοθέτης πρέπει να έχει ένα όραμα για το έργο που σκηνοθετεί. Οι περισσότεροι συνάδελφοί μου θεωρούν ότι ο σκηνοθέτης φέρει και την απόλυτη ευθύνη, εγώ δεν το πιστεύω απόλυτα αυτό. Πιστεύω πως μοιραζόμαστε κατά κάποιο τρόπο την ευθύνη. Πολλές φορές βολευόμαστε με την ιδέα πως αν το αποτέλεσμα δεν είναι και πολύ καλό δεν φταίμε εμείς αλλά ο σκηνοθέτης. Ο κάθε ηθοποιός πρέπει να είναι  ευλύγιστος και πρόθυμος να υπακούσει, να βρίσκει τρόπους έκφρασης και κοινής πορείας. Έχουμε ανάγκη να πιστέψουμε απόλυτα σε κάποιον σκηνοθέτη, να κρεμόμαστε από τα χείλη του, να μαγευόμαστε από τις ιδέες του, να είναι δάσκαλος, να μαθαίνουμε από αυτόν, να πιστεύουμε απόλυτα σε αυτόν και να ωθεί-παρασύρει όλη την ομάδα σε ένα ουσιαστικό θεατρικό ζύμωμα. Δυστυχώς, όμως, δεν συμβαίνει πάντα αυτό. Είναι πολύ λίγοι οι σκηνοθέτες που έχουν όραμα. Δυστυχώς, πολλές φορές επικρατεί το θράσος του «τολμώ» και όχι το «έχω να προτείνω κάτι και τολμώ». Τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις; Ξέρετε την έκφραση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»; Αυτό. Αλλά, αυτό δεν είναι το θέατρο. Το να βγαίνει ένας στρατιώτης αλώβητος από μια μάχη δεν σημαίνει πως κερδήθηκε η μάχη. Το θέατρο δεν είναι απλά μαθηματικά. Είναι μια σύνθετη πράξη, συλλογική, απαιτητική, μαγική,  πρέπει να ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις μας. Ευτυχώς, είμαστε κάποιοι τυχεροί που είχαμε και έχουμε τη δυνατότητα να δουλεύουμε με κάποιους από αυτούς τους λίγους.

Ποιο είναι το δικό σου ζητούμενο ως ηθοποιού κάθε φορά που συμμετέχεις σε μια θεατρική δουλειά; 
Το ζητούμενο μου! Οι καλές συνεργασίες! Τα καλά κείμενα! Ρόλοι, που έχουν κάτι να μου πουν. Έχω πάντα την αίσθηση πως φέρω μια ευθύνη για κάθε ρόλο. Θέλω να φωτίσω την ιστορία κάθε ηρωίδας όσο πιο ουσιαστικά μπορώ. Δεν τα καταφέρνουμε πάντα, αλλά το παλεύω μέχρι τελικής πτώσεως. Με στεναχωρεί, όταν η προσπάθειά μου ή η προσέγγισή μου δεν πλησιάζει το στόχο, τον χαρακτήρα. Είναι αφενός μια συλλογική δουλειά και αφετέρου είναι και ένα προσωπικό στοίχημα που δεν θέλω να χάσω. 

Πως βιώνεις τώρα την επιστροφή στην κανονικότητα χωρίς μάσκες και γεμάτες θέσεις στις θεατρικές αίθουσες; 
Πως βιώνω την επιστροφή στην κανονικότητα χωρίς μάσκες; Λες και δεν τις φορούσαμε ποτέ. «Όλα περνάνε» μου λέει συχνά ένας φίλος. Και αυτό ήταν μια άσχημη περίοδος που φτάνει στο τέλος της. Αυτό που με απασχολεί δεν είναι  η μάσκα αλλά αυτή η συνήθεια της απομόνωσης, η συνήθεια της εύκολης καλό-κακοπέρασης . Οι θέσεις στις θεατρικές αίθουσες γεμίζουν από εκείνους τους λίγους που ερχόντουσαν στο θέατρο αγνοώντας την υποχρεωτική χρήση της μάσκας. Εκείνους τους λίγους γνώριμους πια προς εμάς θεατές που λαχταρούν να δουν θέατρο, λαχταρούν να ταξιδέψουν μαζί μας. Αλλά είναι λίγοι και οι ελεύθερες παραγωγές προβληματίζονται όλο και περισσότερο για τη συνέχιση τους. Τα καθίσματα στις αίθουσες δεν γεμίζουν. Διάβαζα προχθές μια δημοσίευση με τίτλο: «Όσο τα καλλιτεχνικά και η μουσική θεωρούνται δευτερεύοντα μαθήματα θα βγάζουμε αμόρφωτους». Και τι θα γίνει όταν θα καταργηθούν εντελώς από τα σχολεία. Η Πολιτεία δεν καταλαβαίνει πως χωρίς θέατρο, μουσική ή οποιοδήποτε άλλο είδος τέχνης δεν οξυγονώνεται ο ανθρώπινος νους. Μιλάμε για τον πολιτισμό, λες και είναι μια αφηρημένη έννοια, ή σαν μια παραξενιά για καλοπερασάκηδες. 

1

Παραστάσεις
Κάθε Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή στις 20:30 μέχρι τις 19 Οκτωβρίου, την Δευτέρα 17, την Τρίτη 18 Οκτωβρίου και την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, Wherehaus 612 (Μιχαήλ Κουσουλίδη 5, Παλλουριώτισσα - Λευκωσία). Τηλ.: 70000138. 
Είσοδος: €15 / €12 (φοιτητές, μαθητές, στρατιώτες, συνταξιούχους, ανέργους, ατέλειες).
Προπώληση εισιτηρίων: www.tickethour.com.cy και σε όλα τα υποκαταστήματα ACS Courier.

Μαζί με την Παναγιώτα Παπαγεωργίου συμπρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί: Άννα Γιαγκιώζη, Μικαέλλα Θεοδουλίδου, Χριστιάνα Λάρκου, Αλέξανδρος Μαρτίδης, Μαριλύ Μήλια, Γιάννης Μίνως και Μανώλης Μιχαηλίδης. 

Οι φωτογραφίες από την παράσταση είναι του Αντώνη Φαρμακά. 

Φωτογραφίες προσωπικό αρχείο Παναγιώτας Παπαγεωργίου. 

Loader