13 Aug 2019

Από το τάβλι στις selfies on the beach

Τα καλοκαίρια της ζωής μας

Γράφει η Μαρία Χαραλάμπους

Στα 80s ήταν το τάβλι. Μαμάτο επιτραπέζιο με εκνευριστικούλικο ήχο άμα αυτός μονοπωλούσε τη διπλανή ξαπλώστρα. Άπλωνες εσύ να το παίξεις ρομαντικούλης, να απολαύσεις τον παφλασμό των κυμάτων (ατς!) και ο άλλος δίπλα κραύγαζε “Ντόρτσια” κι έριχνε κι ένα κλώτσο στην άμμο. Ήταν και το καρπουζάκι που πάγωνε στο κύμα αλλά επειδή η εικόνα πλέον καταγράφηκε ως φοκλόρ, δεν θα το σχολιάσουμε. Γιατί όσο γκουρμετζής κι αν υποκρίνεσαι ότι είσαι, τίποτα δεν συγκρίνεται με την γεύση ενός παγωμένου καρπουζιού που το τρως στο χέρι και μετά κάνεις και μια βουτιά για σκοπούς yolo πριν το yolo.

Στα 90s και τα 00s το σοβαρέψαμε το πράμα. Μετά από τόσο Beverly Hills και Baywatch την είδαμε πιο στυλάτοι. Κατεβαίναμε ντυμένοι σαν τις λατέρνες στις παραλίες. Ήρθε και η επώνυμη πετσέτα, το επώνυμο αντηλιακό, την είδαμε ανάπτυξη. Το κινητούλι άρχισε γοργά και σταθερά να γίνεται έγχρωμο, οι φωτογραφίες και η χωρητικότητά του ήταν ακόμα του κώλου αλλά το αντισταθμίζαμε στα γυμναστήρια που η νέα τάση της εποχής μάς ήθελε να φτιάχνουμε τον δικό μας.

Φτάνουμε αισίως στα 10s και η τεχνολογία έβαλε το χεράκι της να αλλάξει η “παραλιακή εμπειρία” όπως θα την αποκαλούσαν σε κάνα τουριστικό σεμινάριο τώρα που όλα τα ονοματίζουν πιο chic. Αποκτήσαμε Google Maps και εντοπίσαμε τους πιο σύντομους δρόμους, τα κινητά έγιναν διαστημικό εργαλείο στα χέρια μας, την είδαμε πιο “κινηματογραφικά”.

Μπορεί να θεωρούμε “χωρκάτικο” και μη πρέπον πλέον, στην εποχή της πολιτικής ορθότητας και του σελεμπρετισμού να παίζουμε τάβλι στην παραλία αλλά να γινόμαστε τζάμπα μοντέλα και να στηνόμαστε για σέλφι και φωτογραφίες τύπου Naomi του τότε, το έχουμε τερματίσει.

Καθόμουν χθες σε παραλία με βιβλίο. Ησυχία, ηρεμία και τάξη. Κατεβαίνει ζευγαράκι γύρω στα είκοσι. Στα πέντε δευτερόλεπτα, απλώνουν τα διάφορα στις ξαπλώστρες και αυτή του κάνει χαριτωμένο νεύμα να την ακολουθήσει. “Τι ωραίοι οι νεανικοί έρωτες!” σκέφτομαι η ανόητη. Αρπάζει αυτός απ’ την τσάντα το κινητό, αρχίζει να ποζάρει αυτή.

Μία ξαπλωτή, μία εκείνη την καθιστή πας τα γόνατα που σπρώχνεις το στήθος για να στήσει, μία χαμογελώ-στο-υπερπέραν και μόλις έχεις λήψη μού την δείχνεις να δω ποια γωνία έπιασες. Τα παιδιά ποσκολήστηκαν (για να μιλούμε την γλώσσα του ταβλιού) για κάμποση ώρα, χαριτωμένα, στημένα και ήσυχα. Ώσπου σε κάποια φάση, ακούμε ψιλοκαβγαδάκι, υστερικές φωνούλες και επιχειρήματα του τύπου “Καλά δεν βλέπεις ότι καίει το τάδε σημείο ο ήλιος;” κλπ. Μην τα πολυλογούμε, το νεαρό χαριτωμένο ζευγαράκι στα δεξιά μάς άφησε νωρίς. Τσακωμένο για τις… φωτογραφικές λήψεις.

Στην αριστερή ξαπλώστρα τούς πήρε τσας περισσότερη ώρα να σηκωστούν για φωτογράφηση, είχαν παραγγείλει καφεδάκι για να ανοίξει πρώτα το μάτι. Η εν λόγω φωτογράφηση ήταν εξίσου επεισοδιακή γιατί έπεσε της μιας το σέλφι στικ στη θάλασσα, τσίριζε η άλλη που πρέπει να ήταν αδελφή της ή κάτι, τελοσπάντων το στεγνώσανε οι κοπέλες και συνέχισαν ακάθεκτες.

Μία με φάτσα την θάλασσα, άλλη με πλάτη, μία άλλη που φώναξαν και την μάνα τους, μία κυρία στα 60κάτι που ρωτούσε “Πού να βλέπω;”. Ακολούθησαν φωτογραφίες με εκείνο το smiley face που κάνεις με το αντηλιακό, μία με καπελλαδούρα straw που σου κρύβει την φάτσα και κάνεις ότι σκέφτεσαι, μία που κάνεις και καλά ότι αγγίζεις το νησάκι που βρίσκεται χιλιόμετρα απέναντι.

Τις ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές διέκοψε ένα μικρό drone (άλλη κάμερα στην παραλία) που χειριζόταν ένα παλλικάρι που προσπαθούσε να φωτογραφήσει την τυπέσσα του να κάνει κρεβατάκι στη θάλασσα και να προσποιείται ότι κοιμάται.

Κι επειδή τα μαρτύρια έχουν την τάση να εξαπλώνονται όπως τους ιούς, την ξαπλώστρα στα δεξιά που είχε ελευθερώσει το ζευγαράκι που τσακώθηκε στην παραθαλάσσια φωτογράφιση, κατέλαβε μία τετράδα που έμοιαζε σάμπως και κατέβηκε παραλία απλά για να φωτογραφηθεί. Λαδιάστηκαν όλοι με το καλημέρα σας, ο ένας με το ξυρισμένο πόδι-ποδηλάτη έβαλε και μια επιμελημένη χούφτα άμμο σε σημεία-αναγκαία για τη λήψη και άρχισαν όλοι μαζί να χαμογελούν άνευ λόγου και αιτίας θα έλεγα ως κουτσομπόλα της διπλανής ξαπλώστρας και να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται.

Με το που σταματούσε το κλικ, σκορπούσαν για να βρουν την επόμενη λήψη. Ο ένας τραβούσε το μποξεράκι που για κάποιον λόγο έγινε μόδα να φοριέται κάτω απ’ το μαγιό για να φαίνεται η επωνυμία, η άλλη με το ζόρι να κάνει το μπικίνι-μπραζίλιαν και δεν της κολλούσε το πως καθόταν. Μετά από δεκάδες φωτογραφίες παράγγειλαν και μία σαμπανιέρα μπρίζερ, τα έβγαλαν και αυτά φώτο και μέχρι να λιώσουν τα παγάκια, την έκαναν για άλλη παραλία.

Το drone συνέχιζε να πετάει από πάνω μας, απ’ την θάλασσα έβγαιναν και δυο με υποβρύχιες κάμερες που κάτι κινηματογραφούσαν στο ένα μέτρο βάθος τελοσπάντων και χαρούμενα παιδάκια έφτιαχναν κάστρα στην άμμο με μανάδες και πατερούληδες από πάνω τους να τα φωτογραφίζουν απ’ όλες τις πλευρές.

Γενικότερα, εν έτει 2019, η οπτική που έχεις όταν βρίσκεσαι παραθαλάσσια είναι ότι όλοι ζούμε για το instamoment, χαμογελούμε για το instamoment, ψαχνόμαστε για την ιδανική λήψη που θα μας κάνει να φαινόμαστε πιο... όμορφοι, πιο... κομπλέ, πιο... χαρούμενοι.

Το μόνο ερώτημα που μένει να απαντήσει ο παρατηρητής των φωτογράφων και των φωτογραφιζόμενων στα δεξιά, στα αριστερά, μπρος, πίσω και πάνω απ’ το κεφάλι του (γιατί έχουμε και τα drones τώρα) είναι αν πρέπει για να βρει την ησυχία του να μετακινηθεί πιο… πέρα να παίξει κάνα τάβλι.


ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ: Ταξιτζής στην Αθήνα δεν πολέμησε το 74 στην Κύπρο*

Ιστορίες