Για τον πατέρα που έμεινε

Για τον πατέρα που έμεινε

Με αφορμή τη μάλλον εξαναγκασμένη, καθαρά εμπορική και δευτεροκλασάτη (σε σχέση με τη Μητέρας) γιορτή μας

Η αλήθεια είναι πως δεν γνώρισα ποτέ τον πατέρα μου. Ήξερα ποιος ήταν ώστε να μην θεωρούμαι “μπάσταρδος” (αν και δεν απέφυγα τη λέξη, ξέρετε πόσο σκληρά μπορούν να γίνουν τα παιδιά) όμως ουσιαστικά δεν ήξερα τον άνθρωπο, ούτε τον έμαθα ποτέ αρκετά ώστε να πω ότι γνώριζα επαρκώς τον χαρακτήρα του (πέρα ίσως από κάποια αρνητικά στοιχεία του που κληρονόμησα όπως φρόντιζε να μου θυμίζει η μάνα μου σχεδόν σε κάθε καυγά μας). Όταν έφυγε από τη ζωή μας, ήμουν μωρό και αργότερα μεγαλώνοντας τον συνάντησα ελάχιστες φορές κι αυτό μετά από παρότρυνση της μάνας μου που παρά τα όσα τράβηξε (αρκετά ώστε να γίνει η ζωή της σειρά όπου θα την υποδυθεί η Φιλαρέτη Κομνηνού) επέμενε πως έπρεπε να κρατήσω μια στοιχειώδη επαφή.

Εγώ δεν ήθελα. Ποτέ δεν τον ένιωσα ως πατέρα, δεν ήξερα καν τι σημαίνει να έχεις έναν, και δεν σκόπευα να το κάνω επειδή το λέει κάποιο χαρτί (βασικά ούτε το επίθετό του ήθελα να κρατήσω αλλά έχε χάρη που της μάνας μου είναι ψιλοχάλια). Όταν πέθανε κι ενώ είχαν προηγηθεί μία χούφτα από μάλλον αδέξιες και αμήχανες συναντήσεις, δεν ένιωσα απολύτως τίποτα. Δεν έκλαψα καν. Για την ακρίβεια λίγες εβδομάδες πριν είχε πεθάνει στα χέρια μου η γάτα μου η Scully (ναι, X-Files fan, ένοχος!) και έκλαψα τον Έβρο και όλους τους παραπόταμους. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι έκλαψα περισσότερο για μία γάτα (έστω κι αν ήταν μια πανέμορφη Σιαμέζα όπως η Scully μου) παρά για τον άνθρωπο που υποτίθεται πως ήταν ο πατέρας μου και τότε έκλαψα ξανά. Όχι για εκείνον αλλά γι’ αυτό που είχα γίνει. Και ορκίστηκα πως έτσι και του μοιάσω, έστω και στο ελάχιστο, καλύτερα να με στειρώσουν παρά κάποιο άλλο παιδί να περάσει τα ίδια.

Όχι, το παρόν δεν είναι κάποιο δακρύβρεχτο γράμμα στον πατέρα που δεν γνώρισα ποτέ, αυτό θα ήταν ένα μεγαλειώδες χαράμισμα χρόνου και χώρου. Δεν σου λείπει άλλωστε κάτι που δεν είχες ποτέ, σωστά; Όταν πριν από περίπου μια δεκαετία κράτησα για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου τη νεογέννητη κόρη μου, ήξερα αμέσως πως κάτι καλό θα έβγαινε από τη δική μου εμπειρία: Ήμουν εκεί και θα είμαι για όσο αναπνέω. Γιατί πολύ απλά δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνη. Γι’ αυτό ας κάνουμε το παρόν κείμενο όχι για τους πατεράδες που την έκαναν αλλά για εκείνους που έμειναν τριγύρω. Βλέπετε, εμείς με χρωμόσωμα Υ δεν έχουμε το έμφυτο δέσιμο της μάνας με το μωρό που για εννιά μήνες αποτελούσε κυριολεκτικά κομμάτι του σώματος και της ψυχής της. Για μας τα αποστασιοποιημένα αρσενικά που απλά αδειάζουμε το σπέρμα μας και μετά περιμένουμε το αποτέλεσμα όπως των αγώνων που παίξαμε στοίχημα, το δέσιμο με το νεογέννητο είναι ένας καθημερινός, κοπιαστικός αγώνας που χτίζεται πάνω σε αγκαλιές, ξενύχτια και σωρούς από χεσμένες πάνες κι αργότερα σε ατέλειωτες διαδρομές, συζητήσεις και παρτίδες Uno και Cluedo. Αν το αφήσεις, θα σ’ αφήσει. Ναι, τα παιδιά έχουν αυτόν τον έμφυτο, μοναδικό μηχανισμό αποδοχής και συγχώρεσης του κακού ή απόντα γονέα (όπως και τα κουτάβια, θα συνεχίσουν να τους αγαπούν και να τους εξιδανικεύουν ακόμα κι αν τα χτυπάνε ή τα παραμελούν γιατί αυτοί είναι οι γονείς τους και νιώθουν χαμένα χωρίς αυτούς) όμως εμείς το ξέρουμε πως εάν ο πατέρας ειδικά απομακρυνθεί τίποτα δεν θα είναι ξανά το ίδιο. 

Δεν είμαι σε θέση να κρίνω εκείνον που εγκαταλείπει το παιδί του, σε οποιαδήποτε φάση της ζωής του, απλά δεν μπορώ να το κατανοήσω. Αντιλαμβάνομαι έναν κακό γάμο, ένα ψυχοφθόρο διαζύγιο, το γεγονός ότι την επιμέλεια έχουν αυτομάτως οι μητέρες (εκτός αν αποφασιστεί δικαστικώς διαφορετικά) και ο πατέρας μετατρέπεται σε επισκέπτη, όμως αδυνατώ να συλλάβω το πως μπορεί κάποιος να εξαφανιστεί τελείως από τη ζωή του παιδιού του, να αδιαφορεί ή να κάνει αγγαρεία τις προγραμματισμένες συναντήσεις με το μικροσκοπικό, φασκιωμένο και κατακόκκινο από το κλάμα πλασματάκι που κάποτε κράτησε, προσεκτικά και με τεράστιο άγχος, στην αγκαλιά του λίγη ώρα μετά τη θορυβώδη άφιξή του στον κόσμο. Απλά δεν μπορώ. Και δυστυχώς δεν το βίωσα μόνο ως παιδί, το βλέπω ακόμα να συμβαίνει γύρω μου. Βέβαια, αυτό είναι κάτι που μπορούν να εξηγήσουν οι ειδικοί, προσωπικά ξέρω μέσα μου πως εάν εγκαταλειφθείς σπάνια θα εγκαταλείψεις. Απλά δεν μπορείς να το κάνεις σε κάποιον άλλον παρακάτω. Όμως αρκετά μ’ αυτούς που την έκαναν - αν κρίνω από τη δική μου περίπτωση, ίσως να’ ταν καλύτερα (ούτε θέλω να σκέφτομαι τα αντρικά πρότυπα που ευτυχώς απέφυγα).

Το παρόν κείμενο όπως και η σημερινή μέρα, ας αφιερωθούν σ’ αυτούς που έμειναν. Που αγκάλιασαν τον ρόλο τους ως πατέρες ακόμα κι αν τον ψάχνουν καθημερινά σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει. Στους μπαμπάδες που απαλλάχθηκαν από τα βαρίδια της ξεπερασμένης εικόνας του macho, ασήκωτου, αγέλαστου, αυστηρού κουβαλητή, κληροδότημα από τις παλαιότερες γενιές, και δεν ντρέπονται να ντυθούν πριγκίπισσες, να χορέψουν το All the Single Ladies στο Just Dance ή να γίνουν ρεζίλι σε παιδικό πάρτι τραγουδώντας φάλτσα καραόκε. Στους μπαμπάδες που δεν μπαίνουν σε στεγανά, μαθαίνουν στα αγόρια τους ότι κακό είναι να χτυπάς και να μην σέβεσαι τους άλλους και όχι να κλαις ή να παίζεις με τις κούκλες και στα κορίτσια τους να μην αφήσουν ποτέ ΚΑΝΕΝΑΝ να τους πει ότι δεν είναι ικανές για κάτι. Στους μπαμπάδες που ανατρέπουν στερεότυπα, καταρρίπτουν μύθους και δείχνουν στα παιδιά τους πως η ανθρωπιά είναι πάνω από φύλο, φυλή, εθνικότητα, σεξουαλικό προσανατολισμό, θρήσκευμα, τάξη και εισόδημα. 

Δέκα χρόνια τώρα δεν μπορώ να πω με σιγουριά ότι έχω καταλάβει ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος μου, σίγουρα πάντως δεν έχει ουδεμία σχέση με τα όσα ήξερα μεγαλώνοντας σε ένα σπίτι χωρίς πατέρα και πρακτικά με τρεις μάνες (έχω δύο πολύ μεγαλύτερες αδελφές) και κρίνοντας από τους μπαμπάδες των γύρω μου. Να πω την αλήθεια δεν βλέπω ουσιαστικές διαφορές από εκείνον της μάνας (σε ότι αφορά την προσφορά, τη φροντίδα και τη διαπαιδαγώγηση) πέρα ίσως από το πρότυπο του άντρα που θα διαμορφώσει η κόρη μου στην ενήλικη ζωή της (που εύχομαι κι ελπίζω να είναι θετικό). 

Χρόνια (μας) πολλά λοιπόν κι ας ψαχνόμαστε ακόμα ελισσόμενοι ανάμεσα σε ξεπερασμένα πρότυπα, παρωχημένες νοοτροπίες και μία ραγδαία μεταβαλλόμενη κοινωνία που μας μεγαλώνει με έναν τρόπο και μετά μας τραβάει το χαλί κάτω απ’ τα πόδια. Κι ας μας ρίχνει η φύση στα βαθιά χωρίς σωσίβιο ή οδηγίες χρήσης και μετά περιμένει το ίδιο θαύμα που χάρισε απλόχερα στις μητέρες με την κυοφορία. Κι ας υπάρχουν οι πέντε, δέκα μαλάκες που πάντα θα αμαυρώνουν το φύλο και την ιδιότητά μας. Κι ας μην είναι η γιορτή μας τόσο mainstream όσο της Μητέρας παρά μάλλον δευτεράντζα και τίτλος μιας από τις μεγαλύτερες φλόπες στην ιστορία (κρίμα οι Robin Williams και Billy Crystal).

Τουλάχιστον είμαστε εκεί. Και πιστέψτε με, για κάποια παιδιά (ανάμεσά τους κι ένας μικρός, καχεκτικός αλλά το ίδιο εριστικός και βρωμόστομος Μαρίνος) είναι όλα όσα χρειάζονται. 


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Όταν ο (συγχωρεμένος πια) φωτορεπόρτερ Γιάννης Μπεχράκης είδε τη σκηνή που απεικονίζεται στη φωτογραφία, τον Σεπτέμβριο του 2015 στην Ειδομένη του Κιλκίς, στα σύνορα με τη Βόρεια Μακεδονία, σκέφτηκε ότι αυτός ο πατέρας που αγκαλιάζει προστατευτικά την κόρη του μέσα στη βροχή, μοιάζει με τον Σούπερμαν μόνο που αντί για κόκκινη μπέρτα φοράει μια σακούλα σκουπιδιών. "Είναι Σύρος. Φιλάει την κόρη του και μου δημιούργησε την αίσθηση του οποιουδήποτε πατέρα που προστατεύει το παιδί του. Περπατώντας στη θύελλα για να φτάσει στο όνειρο" είχε πει για τη φωτογραφία που ήταν ανάμεσα σε εκείνες που χάρισαν στο φωτογραφικό τμήμα του Reuters το Πούλιτζερ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Loader