Κακοποίηση, διδακτισμός και online shaming

Κακοποίηση, διδακτισμός και online shaming

H σεζόν του Black Mirror που ζούμε στην πραγματικότητα

Tα θέματα ψυχικής υγείας δεν θα μπορούσαν παρά να πρωταγωνιστήσουν στην όλη συζήτηση.

Φωτογραφία από το πρώτο επεισόδιο της ομώνυμης βρετανικής σειράς, όπου ολόκληρο το έθνος παρακολουθά αποσβολωμένο τον πρωθυπουργό της χώρας να συνουσιάζεται μ' ένα... γουρούνι

«Σ’ έναν άδικο και σάπιο κόσμο, τι κάνεις για να τον διορθώσεις; Κάνεις ό,τι μπορείς. Φτάνει να μην σαπίσεις μαζί του».

Η ατακάρα προέρχεται από την ελληνική ταινία «Έτερος Εγώ», το σενάριο και την σκηνοθεσία της οποίας υπογράφει ο Σωτήρης Τσαφούλιας, o ίσως πρώτος ελλαδίτης δημιουργός που θα συνεργαστεί με το Netflix.

Eίναι μία ατάκα που το τελευταίο διάστημα στριφογυρίζει συχνά και βασανιστικά στο μυαλό μου, αφού εντοπίζω μια ξεκάθαρη σύνδεσή της με όλα τα παρανοϊκά, άσχημα και σκοτεινά που βιώνουμε συλλογικά από πέρσι τον Μάρτη που άρχισε η πανδημία του κόβιτ, σε ιντερνετικό κυρίως επίπεδο. Σαν το πιο ξεχειλωμένο σενάριο επεισοδίου που θα μπορούσαν να γράψουν οι δημιουργοί του αριστουργηματικού, και προφητικού πια, Black Mirror.

Βασικά, σαν μία ολόκληρη νέα σεζόν του Black Mirror! Που ζούμε όμως στην πραγματικότητα.

Επεισόδιο πρώτο: Covidiots

Η αρχή έγινε με τους covidiots και τους λογής συνωμοσιολόγους και αρνητές, που αν και αποτελούν ακόμη ένα σύμπτωμα και όχι την αιτία της ευρύτερης κρίσης θεσμών και ιδεών που βιώνουμε, γιατί αυτό νομίζω πως τελικά βιώνουμε, λοιδωρήθηκαν ασύστολα από μια σημαντική, σεβαστή και μάλλον δικαιολογημένη μερίδα από intellectuals, που στο πλαίσιο της αγωνίας τους κι αυτοί απέναντι στη φοβέρα του θανατικού που αιφνιδίως σκέπασε τον πλανήτη -εντούτοις σε ορισμένες περιπτώσεις με αλαζονική εμπάθεια- συμπεριφέρθηκαν με διδακτικό και κοροϊδευτικό τρόπο και ύφος απέναντι σε μερίδα συνανθρώπων τους. Σίγουρα, το έξυπνο χιούμορ το αγαπάμε και μπορεί να ξορκίσει το κακό, είναι ωστόσο εγκληματίες οι αρνητές; Φυσικά και δεν είναι.

Θα ήταν οκέι, για παράδειγμα, να πηγαίναμε μέσα σε μια εκκλησία στην Κύπρο ή στην Ελλάδα, όπου συγχρωτίζονται θρησκόληπτες γιαγιάδες και παππούδες για να κοινωνήσουν και ν’ αρχίζαμε να τους μουστουνιάζουμε και να τους σαπατζιάζουμε, για να το πω στα υπέροχα κυπριακά, επειδή έχει κόβιτ και θα μεταδώσουν τον ιό στην κοινότητα; Εννοείται πως δεν θα’ ταν οκέι! Θα ήταν φουλ κακοποιητικό, βίαιο και εγκληματικό. Τελεία και παύλα, όπως θα’ λεγε ένας σελέμπριτι διάβολος. Το ξύλο στην εκκλησία είναι παρατραβηγμένο ως παράδειγμα, το μεταφορικό όμως μουστούνιασμα στο ίντερνετ ίσως να μην είναι και τόσο διαφορετικό, αν το καλοσκεφτείς με ενσυναίσθηση. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις μπορεί να αποδειχθούν εξίσου επώδυνες.

Δεν ισχυρίζομαι πως δεν πρέπει να υπάρξει αντίσταση στη συνωμοσιολογία. Κάθε άλλο. Με αποτελεσματικές όμως και όσο το δυνατόν πιο ανθρώπινες μεθόδους πρέπει ν’ αποδομούνται οι αυθαίρετες απόψεις στου Ελ Ντιάμπλο το ίντερνετ. Με μεθόδους που δεν θα διαπομπεύουν αθώους, αφελείς και ορισμένες φορές εξωφρενικά επιπόλαιους πολίτες. 

Εξωφρενικά  και εγκληματικά επιπόλαιους, ναι. Εγκληματίες σκέτο, όχι. Υπάρχει, αλήθεια, κάτι πιο προβλέψιμο από την ανθρώπινη επιφυλακτικότητα απέναντι στο άγνωστο; Ένα βλέφαρο στην ιστορία των πανδημιών να ρίξεις και θα δεις πως οι δεισιδαιμονίες και οι συνωμοσιολογίες επισυνέβαιναν κάθε φορά που πλάκωνε θανατικό στην πόλη.


Επεισόδιο δεύτερο: Τα χλωρά και τα ξερά του metoo

«Πολλοί λένε να μην καούν τα χλωρά με τα ξερά. Εγώ λέω να ξεχωρίσουν τα χλωρά από τα ξερά», είχε πει αρκετά εύστοχα τις προάλλες, σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο ηθοποιός Ανδρέας Φυλακτού, σχολιάζοντας την τροπή που παίρνουν τα πράγματα γύρω από το metoo στον χώρο του κυπριακού θεάτρου.

«Τα θήτα (θ) που υπάρχουν είναι τρία», είχε πει επίσης πολύ σωστά ο Αντρέας. «Οι θύτες, τα θύματα και οι θεατές». 

Ο Αντρέας μιλούσε μετά την ανοικτή επιστολή που είχε δημοσιεύσει με θαυμαστό θάρρος, τόλμη και προσωπικό κόστος ο ηθοποιός, Δημήτρης Χειμώνας, ο οποίος, μετά από καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία, εξαναγκάστηκε, όπως αναφέρει στην επιστολή του, να μιλήσει ανοιχτά πια και δημόσια για τη σεξουαλική παρενόχληση που δέχτηκε από σκηνοθέτη στον ΘΟΚ, όταν ήταν μόλις 18 ετών. Εξαναγκάστηκε, όπως διευκρινίζει με έντονα συναισθηματικά φορτισμένο ύφος ο Δημήτρης στην επιστολή, και τον συμπονούμε απόλυτα, επειδή δεν βρήκε την ανταπόκριση που ήθελε απ’ τους θεατρικούς θεσμούς.

Όλα ανεξαιρέτως τα θύματα παρενοχλήσεων και κακοποιήσεων τα συμπονούμε απόλυτα και όλοι ανεξαιρέτως οι θύτες πρέπει να λογοδοτήσουν. Κι αν ορισμένες φορές προκύπτουν ζημιογόνα, επικίνδυνα και δυσάρεστα λαϊκά δικαστήρια, έχει δυστυχώς να κάνει κι αυτό με την αναξιοπιστία και την ανάγκη για εκσυγχρονισμό σε δύο άλλους βασικούς θεσμούς της πολιτείας μας: Στην Αστυνομία και στη Δικαιοσύνη. Το metoo είναι επομένως από τις περιπτώσεις που τα social media πιστεύω πως εκδημοκρατικοποιούν τις κοινωνίες μας.


Διάβασε: Υπόθεση Μεταξά: Πειθαρχική και όχι ποινική δίωξη για τους αστυνομικούς που εμπλέκονταν


Χωρίς αμφιβολία, βασικός και τελικός στόχος πρέπει να είναι να εξαλείφονται οι κάθε μορφής θύτες. Να δημιουργηθούν αποτελεσματικές δομές προστασίας και κώδικες. Κάπου εδώ by the way να υπενθυμίσουμε, για τους ορκισμένους πολέμιους του metoo, πως τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα οι δομές αυτές άρχισαν ήδη να δημιουργούνται. Στη μητέρα του κινήματος Αμερική έχουν βελτιωθεί οι νομοθεσίες σε αρκετές πολιτείες, ενισχύοντας την προστασία απέναντι στην κακοποίηση και στη σεξουαλική παρενόχληση και αυτό μόνο για καλό έγινε. Δομές που ως προτεραιότητα τους έχουν και πρέπει να έχουν τις χιλιάδες γυναίκες και άντρες, γυναίκες όμως κυρίως, που λόγω μιας βαθιάς ριζωμένης τοξικής αρρενωπότητας, βιώνουν από λίγο έως και πολύ τρομακτικές καταστάσεις στην καθημερινότητά τους.

Και με τους ιντερνετικούς θεατές στην υπόθεση metoo, τι πρέπει να γίνεται; Όπως ακριβώς με τη στάση μας απέναντι στον κόβιτ, νομίζω πως και με τα θύματα του metoo, οφείλουμε να προσπαθούμε να κάνουμε τον σάπιο και άδικο αυτό κόσμο καλύτερο. Να μην σαπίζουμε όμως μαζί του. 

Γιατί, όπως μας δίδαξε μια άλλη μερίδα από -καλοπροαίρετους πιστεύω- intellectuals, ιερά τοτέμ στα σόσιαλ μίντια, ακαδημαϊκοί και άλλοι, που, διυλίζοντας τον κώνωπα, καταπίνοντας την κάμηλο και πέφτοντας ασυναίσθητα στην παγίδα των likes, προσπαθούν με αλαζονεία να εκπολιτίσουν τους βάρβαρους, και εδώ υπάρχουν φαινόμενα όπου άνθρωποι λοιδορούνται και δέχονται bullying ασύστολο. Σε αντίθεση με τους covidiots, τα θύματα του παράπλευρου bullying σ’ αυτό το «επεισόδιο», συχνά, όχι μόνο δεν είναι εγκληματίες ή εγκληματικά επιπόλαιοι αλλά αντιθέτως δεν έχουν φταίξει ποτέ και σε τίποτα. Άνθρωποι γίνονται cancel επειδή έκαναν like και share, επειδή δεν έκαναν like και share, επειδή έγραψαν το αυγό με βήτα και όχι με ύψιλον.

Πέραν του black mirror της υπόθεσης, για τους gender studies experts που ψήνονται να απευθύνονται στο κυπριακό και ελλαδίτικο κοινό μόνο με όρους Βοστώνης και Φιλαδέλφειας, δύο αντίστοιχοι ταιριαστοί όροι στα αγγλικά είναι φυσικά το cancel culture και το social amnesia. 

Fair enough. Ως φαινόμενα παρατηρούνται και τα δύο στη χώρα μας. 


Επεισόδιο τρίτο: Δημοσιογραφία ανύπαρκτη

Η καλύτερη αντίσταση απέναντι στις συκοφαντίες, στα fake news και στους λογής flat earthers θα υπήρχε φυσικά μέσω μιας ισχυρής, ανεξάρτητης και διερευνητικής δημοσιογραφίας, που με παράθεση αποδεικτικών στοιχείων και όσο πιο ευσύνοπτα γίνεται, με ήχο και με εικόνα κατά προτίμηση (βλέπε Cyprus Papers του Al Jazeera για παράδειγμα) θα αντιμετώπιζε αποτελεσματικά την παραπληροφόρηση. Δυστυχώς, ως ένας θεσμός που δοκιμάζεται και αυτός, η διερευνητική δημοσιογραφία, στη χώρα μας τουλάχιστον, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Και γι’ αυτό επιτέλους δεν ευθύνονται οι αλήτες, ρουφιάνοι δημοσιογράφοι, για να υπερασπιστώ μία φορά και το σινάφι μου, το οποίο επίσης πρέπει να βγει για το δικό του metoo σε κάποια φάση. Υπάρχουν πολλοί αξιοπρεπείς δημοσιογράφοι που μέσα σ’ αυτόν τον σάπιο κόσμο κάνουν ό,τι μπορούν για να γίνει καλύτερος. Το νοσηρό establishment που έκανε το λειτούργημα της δημοσιογραφίας προϊόν είναι που κυρίως ευθύνεται, όπως προϊόντα έκανε δυστυχώς τα ακόμη σημαντικότερα λειτουργήματα της Υγείας και της Παιδείας. Και σε συνδυασμό με την αφιλτράριστη ιντερνετική παράνοια, ορίστε που φτάσαμε.


«Φινάλε»: Ζητείται ψυχική υγεία

Αναντίρρητα, τα θέματα της ψυχικής υγείας δεν θα μπορούσαν παρά να πρωταγωνιστήσουν στην όλη συζήτηση. Θα μπορούσαν, νομίζω, να αιτιολογήσουν σχεδόν όλα τα πολωτικά και τοξικά που επισυμβαίνουν σε ιντερνετικό επίπεδο. Στην τελική, όλοι φταίμε και κανένας δεν φταίει.

Οι ψυχολογικές επιπτώσεις του κόβιτ είναι χειρότερες ακόμη και από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, υπογραμμίζει σε πρόσφατη ανακοίνωσή του ο ίδιος ο WHO, απευθύνοντας αγωνιώδες κάλεσμα στα κράτη να συμπεριλάβουν στα σχέδια ανάκαμψης τη ψυχική υγεία και τη ψυχοκοινωνική στήριξη. 

Αλήθεια, μέσα από τόσο σουρεάλ καταστάσεις, που έχουν περιορίσει τις ανθρώπινες επαφές μας μπροστά από μια οθόνη, πώς να μην επηρεαζόμασταν; Νομίζω πως, αν δεν έχουμε σε προσωπικό επίπεδο θέματα, στον περίγυρό μας σίγουρα έχουμε άτομα που επηρεάστηκαν άσχημα. Ειδικά στην παρούσα χρονική συγκυρία, η ψυχική υγεία θα έπρεπε να ήταν εξίσου σημαντική ως προτεραιότητα με την αντιμετώπιση της πανδημίας. Αν όχι και σημαντικότερη.

Πόσο ουτοπικό θα ήταν να στεκόμασταν δίπλα από τους ανθρώπους που κακοποιούνται, παρενοχλούνται, λοιδορούνται και δέχονται bullying και εκφοβισμό, από όπου κι αν προέρχονται; Στεκόμαστε απέναντι σ’ όλες τις μορφές κακοποίησης. Αυτό δεν είναι που λέει και η πεμπτουσία του metoo; 

Μετά απ’ όλο αυτό το παρανοϊκό ρόλερ κόστερ, ίσως τελικά η πραγματική αυτή σεζόν του Black Mirror να έχει και happy end. Ίσως να καταλήξουμε και κάπου χειρότερα. 

Kάτι τελευταίο και λίγο άσχετο, σαν υστερόγραφο: Αντιλαμβάνομαι και βλέπω ξεκάθαρα τις αγνές προθέσεις, τις σέβομαι και τις εκτιμώ, το παπάκι ωστόσο που στον γραπτό λόγο της ελληνικής γλώσσας ΔΕΝ προφέρεται είναι, φοβάμαι, λιγάκι ανόητο. Είμαι ο πρώτος που θα υποστήριζα πως οι γλώσσες είναι ζωντανοί οργανισμοί, το παπάκι όμως στα ελληνικά δεν νομίζω να καταπολεμά τις διακρίσεις. Διάβασε αν θέλεις για το παπάκι αυτό. Κι αυτό. Κι αυτό.

Loader