Mία πολύ επικίνδυνη εκτροπή που θέτει το κυπριακό σε νέα βάση

Mία πολύ επικίνδυνη εκτροπή που θέτει το κυπριακό σε νέα βάση

Η αποστέρηση τ/κ διαβατηρίων, δικαιώματα και obiter dicta: Πώς θα εξέλθουμε το πολιτικό και νομικό άλμα στο κενό;

Του Δρ. Νίκου Τριμικλινιώτη*

 
Η πρωτοφανής για τα κυπριακά δεδομένα δεδηλωμένη κυβερνητική απόφαση για αποστέρηση  του διαβατηρίου στην τ/κ ηγεσία αποτελεί αντίποινο για τα επιχειρούμενα τετελεσμένα στο Βαρώσι. Πρόκειται για σοβαρή εκτροπή που θέτει το κυπριακό σε νέα βάση. 

Με αυτό το άρθρο επιχειρώ να εξηγήσω γιατί θεωρώ την πράξη πολιτικά εσφαλμένη και διπλωματικά άκρως επικίνδυνη που δυναμιτίζει τις διαδικασίες εξεύρεσης λύσης του κυπριακού αλλά και νομικά εσφαλμένη που παραβιάζει θεμελιωμένα δικαιώματα.  

Αρχίζω πρώτα με την πολιτική διάσταση και στη συνέχεια προβαίνω σε μια νομική διάσταση και τη διεθνή νομολογία και πρακτική.

Το αρχικό νομικό ερώτημα εδώ είναι απλό: Νομιμοποιείται η κυβέρνηση να αφαιρέσει τα ταξιδιωτικά έγγραφα σε πολίτη ως τιμωρητικό μέτρο, δηλαδή αντίποινο, για πράξεις που θεωρεί επαίσχυντες και απαράδεκτες; 

Το βαθύτερο ζήτημα είναι ασφαλώς, πώς ξεπερνάμε την παρούσα κρίση που δημιουργήθηκε και δημιουργεί εμπλοκή στις όποιες προοπτικές σπάσιμο του αδιεξόδου;

 

Η πολιτική διάσταση της αποστέρησης τ/κ διαβατηρίων, ως νέα συγκρουσιακή «στρατηγική» εμπέδωσης της διχοτόμησης 

Η απόφαση για αποστέρηση των διαβατηρίων της τ/κ ηγεσίας λαμβάνει χώρα σε μια ιδιαίτερα ρευστή εποχή. 

Πρώτον, ο διχοτομισμός μετά την κατάρρευση στο Κραν Μοντανά εμπεδώνεται τόσο λόγω της πολιτικής Ερντογάν και Τατάρ όσο λόγω και της συνεχιζόμενης πολιτικής Αναστασιάδη.  

Δεύτερον, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου για την πώληση χρυσών διαβατηρίων, με το τελευταίο ντοκιμαντέρ του Al Jazeera να αποκαλύπτει υπουργούς της κυβέρνησής να παραδίδουν «χρυσά διαβατήρια» σε ύποπτους μεγιστάνες σε πρεσβείες του εξωτερικού. 

Τρίτο, η ΕΕ βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση εσωστρέφειας με την άνοδο ακροδεξιών σχηματισμών κι αδυναμίας μετά το BREXIT ενώ οι ΗΠΑ φαίνονται να αποσύρονται από την περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η επίσημη κυβερνητική ανακοίνωση αναφέρεται σε «ανάκληση ή μη ανανέωση ή μη έκδοση διαβατηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας σε αριθμό προσώπων, τα οποία είτε συμμετέχουν στο ούτω καλούμενο υπουργικό συμβούλιο του ψευδοκράτους, είτε αποτελούν μέλη της επιτροπής ανοίγματος Βαρωσίων και οι οποίοι με τις πράξεις ή και τις ενέργειες τους υπονομεύουν την κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατ’ αντίθεση με τις πρόνοιες του Συντάγματος».

Ακατονόμαστη κυβερνητική πηγή μεταφέρει το σκεπτικό της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για αφαίρεση ταξιδιωτικών εγγράφων από πρόσωπα του καθεστώτος των κατεχομένων, ενώ επικαλείται και ακατονόμαστη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Σε αυτό το άρθρο δε θα εξετάσω τη νομική βάση του εγχειρήματος.

Η απόφαση χαρακτηρίζεται ως «μία κίνηση υψηλού συμβολισμού» που «αναδεικνύει τον καιροσκοπισμό της πολιτικής ελίτ των ΤΚ και εκθέτει στα μάτια των Τ/κ αλλά και της διεθνούς κοινότητας τις αντιφάσεις τους».  

Οι κυβερνώντες σε όλα τα ΜΜΕ αναφέρονται στη «συμβολική σημασία» της πράξης. Τα περί συμβολισμών επανέλαβε και ο ηγέτης του κυβερνώντος κόμματος, Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος παρά την έντονη αρχικά διαφωνία του που προκάλεσε στην ηγεσία του ΔΗΣΥ, ευθυγραμμίστηκε τελικά με την απόφαση της κυβέρνησης. Παραδόξως, αφού ανακάλεσε το διαβατήριο από τον τ/κ ηγέτη, Ερσίν Τατάρ, Ο Αναστασιάδης τον «καλεί να επιστρέψει στο σύνταγμα του 1960».

Αν όμως στη ρητορεία της κυβέρνησης απλά αντικατασταθεί η λέξη «τ/κ» με «ε/κ», τότε εύκολα κατανοεί ο καθένας ότι αυτά που προβάλλουν στην τ/κ ελίτ, και όντως ισχύουν, καθρεφτίζουν και την ίδια την ε/κ ελίτ, υπό προεδρίας Νίκου Αναστασιάδη που βρίθει από συνεχείς αντιφάσεις. 

Ένα ιδιαίτερα προβληματικό στοιχείο που συνεχώς αναπαράγεται είναι η αναπαράσταση των τ/κ δήθεν ως μια ειδική κατηγορία πολιτών προνομιακής μεταχείρισης, και όχι δικαιώματα που πηγάζουν από το γεγονός ότι είναι πολίτες της ΚΔ σε μια διχοτομημένη χώρα. 

Παλαιότερα, εκπρόσωπος τότε του Τάσσου Παπαδόπουλου και νυν Υφυπουργός παρά τω Προέδρω του Αναστασιάδη, Βασίλης Πάλμας τους χαρακτήρισε «καματερά». 

Οι αναπαραστάσεις αυτές αποτελούν ιστορική συνέχεια της προετοιμασίας για την εθνοφυλετική περιθωριοποίηση των τ/κ  κατά την περίοδο 1963-67 όπου και πάλι απεικόνιζαν ως «προνόμια» τα συνταγματικά κοινοτικά τους δικαιώματα στο δικοινοτικό συνεταιρικό ή consociational κράτος, υπονομεύοντας, και υποτιμώντας τους τ/κ που αγωνίζονταν για κοινή πατρίδα, πολλοί από τους οποίους πλήρωσαν με την ίδια τη ζωή τους. 

Εξου και είναι  ιδιαιτέρα φορτισμένες αναφορές σε «απλούς τ/κ» τις εθνοκοινοτικά στερεότυπες και γενικεύσεις: «97 χιλιάδες Τ/κ συνεχίζουν να αξιοποιούν τα έγγραφα της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και όλες τις υπηρεσίες του κράτους, ως ισότιμοι Ευρωπαίοι πολίτες». Εδώ δεν υπάρχει συμβολισμός, εφόσον ευθέως απειλεί ότι «το μέτρο αφορά μόνο εκείνους που όχι μόνο πολεμούν την ΚΔ αλλά και κλείνουν με τις πράξεις τους τον δρόμο στη λύση». 

Τίθεται εύλογα το ερώτημα, γιατί το μέτρο δε εφαρμόζεται για ε/κ, όπως τον πρόεδρο Αναστασιάδη που με τις πράξεις και την πολιτική του εμποδίζει τη λύση; Ό,τι κι αν λένε λοιπόν οι κυβερνώντες η πράξη αυτή της κυβέρνησης θέτει υπό αμφισβήτηση την ιθαγένεια των τ/κ. Μάλιστα, το γεγονός καθίσταται ακόμα πιο σοβαρό επιλέγουν να τιμωρήσουν την ηγεσία της τ/κ που βρίσκονται στο πηδάλιο της κοινότητας, τον τ/κ ηγέτη με τον οποίος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως ηγέτης της ε/κ κοινότητας, διαπραγματεύεται για την επίλυσης του Κυπριακού. 

Εξου και χαιρετίζεται από όλους όσοι θέλουν «επανατοποθέτηση» (ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, ΕΛΑΜ, Οικολόγοι) κι αποτελεί για το ΔΗΚΟ έναρξη της «νέας στρατηγικής» που αυτοί προτείνουν. Η νέα αυτή βάση είναι σαφέστατα μια διχοτομική λύση εφόσον, οι τ/κ δε θα είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, τότε αναπόφευκτα η βάση της όποιας λύσης είναι στη βάση δύο χωριστών λαών με χωριστή ιθαγένεια απλώς θα μοιράσουν τα εδάφη.

 

φαφαφ
Σε μία εποχή που η χώρα μας βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου για... πώληση χρυσών διαβατηρίων σε σεσημασμένους εγκληματίες και καταζητούμενους από την Ιντερπόλ, η αποστέρηση διαβατηρίων από Τ/κ πολίτες της Δημοκρατίας δύναται να προκαλέσει ανεπανόρθωτες πολιτικές και νομικές επιπτώσεις

 

Η νομική διάσταση και η κυπριακή νομολογία: διαβατήρια, δικαιώματα και obiter dicta

Έχω ήδη αναφερθεί στις πολιτικές διαστάσεις της πρωτοφανούς για τα κυπριακά δεδομένα δεδηλωμένη κυβερνητική απόφαση για αποστέρηση του διαβατηρίου στη τ/κ ηγεσία (αρχικά 14  άτομα) ως πολιτικό αντίποινο για τα επιχειρούμενα τετελεσμένα στο Βαρώσι (Χαραυγή 29/8/2021).  

Παρά το γεγονός ότι η πράξη αυτή είναι πολιτική που έχει πολιτικά κίνητρα και αιτιολογείται σε αυτή τη βάση, θα εξετάσω σε αυτό το άρθρο την νομική της βάση, διότι πέραν των πολιτικών λόγων για τους οποίους πάσχει η απόφαση αυτή, το γεγονός ότι είναι επίσης νομικά εσφαλμένη, την καθιστά ακόμα πιο επικίνδυνη και επώδυνη ως προς τα αποτελέσματα της. 

Τη στιγμή μάλιστα που η υπό τον Αναστασιάδη Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου για την πώληση 6,000 διαβατηρίων προς εξυπηρέτηση της κάστας γύρω από τον ίδιο τον Πρόεδρο και την οικογένεια του, και που ο ερευνώντας λειτουργός που διόρισε ο πρόεδρος, θεωρεί ότι πέραν του 50% από αυτές δεν είναι νόμιμες, η αποστέρηση των διαβατηρίων από τους τ/κ ηγέτες αντικρίζεται διεθνώς με έντονη ειρωνεία.

Η κυβέρνηση επικαλέστηκε  ακατανόμαστη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να δικαιολογήσει την πράξη ανάκλησης των διαβατηρίων.  Η απόφαση στην οποία αναφέρονται είναι η υπόθεση Θέκλας Κίττου, όπου το δικαστήριο εξέτασε την φύση και τον ρόλο του διαβατηρίου, όταν η κα Κίττου επιχείρησε να προσβάλει απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αίτημά της για έκδοση νέου διαβατηρίου γι' αυτήν στην ελληνική γλώσσα και/ή και στην ελληνική γλώσσα (με δεύτερη γλώσσα την αγγλική).

Η δε αναφορά ανήκει στο δικαστή Λουκή Σαββίδη, πατέρα του νυν Γενικού Εισαγγελέα (μέχρι πρότινος υπουργού της κυβέρνησης Αναστασιάδη), ο οποίος είχε δικάσει πρωτόδικα την υπόθεση αυτή.

Μόνο σε πρωτόδικο επίπεδο προβάλλεται η θέση ότι το διαβατήριο είναι περιουσία του κράτους και το ως πράξη διοίκησης (acte de Government) δε μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς. Στην έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο δεν τοποθετήθηκε στο ζήτημα – πάντως δε φαίνεται να εγκρίνει τη θέση αυτή, την οποία φρονώ ότι πρέπει να θεωρήσουμε ως παρεμφερή και μη δεσμευτική άποψη ή obiter dictum. Εξ ου και θεωρώ τουλάχιστον προβληματική, για να μη πω παραπλανητική την άποψη ότι αποτελεί «δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου». Αποτελεί απλώς θέση των συμβούλων της κυβέρνησης. 

Οι δεσμευτικοί λόγοι για τους οποίους το ανώτατο απέρριψε την αίτηση της κας Κίττου (ratio decidendi) είναι εξής: 

Πρώτο, ο ισχυρισμός ότι η άρνηση της διοίκησης αποτελεί παραβίαση του Άρθρου 13.2 του Συντάγματος, ή του σχετικού νόμου γιατί θέτει περιορισμό στο δικαίωμα της αιτήτριας να εγκαταλείπει το έδαφος της Δημοκρατίας, το δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν ευσταθεί γιατί δεν υπήρξε οποιαδήποτε άρνηση εκ μέρους της διοίκησης να την εφοδιάσει με διαβατήριο ή να της επιβάλει οποιουσδήποτε περιορισμούς στη χρήση του για την ελεύθερη διακίνηση της στο εξωτερικό. 

Δεύτερο, δεν υπήρξε οποιαδήποτε  βλάβη συμφέροντος υλικού ή ηθικού από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τρίτο, η βλάβη που - κατά τον ισχυρισμό της κας Κίττου -μπορεί να προκληθεί από ταλαιπωρία λόγω τυχόν αδυναμίας των Αρχών στα ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια να διαβάσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς της στα Αγγλικά, δεν συνιστά τη βλάβη ώστε να καθιστά την επίδικη απόφαση υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος.

Την εσφαλμένη θέση της κυβέρνησης φαίνεται να υιοθετεί αντιπρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου Γιώργος Χριστοφίδης, ο οποίος σε συνέντευξη του, θεωρεί ότι η έκδοση και ανάκληση διαβατήριων acte de Government που δε μπορεί να προσβληθεί στα δικαστήρια, επικαλούμενος όχι μόνο την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Κίττου, αλλά και την απόφαση που αφορούσε προσφυγή κατά της απόφασης τής τότε κυβέρνησης για την ανάκληση της έλευσης των ρωσικών πυραύλων S-400. Τα γεγονότα και η φύση της τελευταίας υπόθεσης είναι τέτοια που διαχωρίζονται πλήρως από την υπόθεση ανάκλησης των ταξιδιωτικών εγγράφων των τ/κ, εξ ου και θεωρώ ότι δεν είναι ούτε σχετική, ούτε και δεσμευτική. 

Νομικά αβάσιμη και πολιτικά επικίνδυνη είναι θέση άλλου ε/κ βετεράνου νομικού και πολιτικού ότι πρόκειται για «εκπλήρωση ενός καθήκοντος νομιμότητας που όφειλε το Κράτος, γιατί και οι 14 ως «αξιωματούχοι» του ψευδοκράτους αφ’ ενός αξιοποιούν τα διαβατήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφ’ ετέρου προβάλλουν αυτό που η Τουρκία υποστηρίζει ότι «εξέλιπεν» η Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου προτείνουν λύση δύο κρατών». 

Όπως ορθά επισημαίνει ο καθηγητής Άρη Κωνσταντινίδης είναι πρώτη φορά στην ιστορία του κυπριακού προβλήματος εφαρμόζονται από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας λαμβάνονται κυρώσεις κατά ηγετικών προσώπων της τ/κ κοινότητας. Κι ενώ εν μέρει έχει δίκαιο στα περί «συμβολικού χαρακτήρα των τιμωρητικών μέτρων» εφόσον τα επηρεαζόμενα πρόσωπα μπορούν να ταξιδέψουν τουλάχιστον εντός της ζώνης Σένγκεν της ΕΕ με την ταυτότητα της ΚΔ, θεωρώ αυτό υποτιμά τις νομικές διαστάσεις την εν λόγω απόφασης. Έθεσε ένα σημαντικό ερώτημα, το οποίο όμως δεν απάντησε ευθέως: 

«Αυτές τις πράξεις όμως τις ορίζει κάποιος νόμος και άρα θα πρέπει η κυβέρνηση να ξεκαθαρίσει σε ποια νομική βάση στηρίζεται η απόφαση για ανάκληση των διαβατηρίων. Για παράδειγμα στην περίπτωση των πολιτογραφηθέντων στα πλαίσια του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος έγινε μια τροποποίηση στον Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου» το 2020 και αφορούσε την αποστέρηση της υπηκοότητας».

Ο καθηγητής αποδέχεται ότι θεωρητικά τουλάχιστον υπάρχει η δυνατότητα να λαμβάνονται τέτοιου είδους μέτρα «σε βάρος υπηκόων του για διάφορες ενέργειές τους που μπορεί να είναι εχθρικές, όπως αποστέρηση υπηκοότητας (εφόσον δεν καθίστανται απάτριδες)», ωστόσο δε φαίνεται να συμμερίζεται ότι η απόφαση αυτή είναι η ενδεδειγμένη. Πρώτο, γιατί η απόφαση αυτή του υπουργικού με δήλωση αποφάσισε πρόκειται πράξη αντίποινου για τον εποικισμό της Αμμοχώστου.  Δεύτερο, δεν είναι τυχαίο γιατί ποτέ ξανά καμία προηγούμενη Κυβέρνησης σε ακόμα πιο ακραίες περιπτώσεις μετά το 1974 προχώρησε στη λήψη τέτοιου μέτρου για παράδειγμα, ενάντια στον Ραούφ Ντεκτάς μετά την παράνομη ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ».

Ας δούμε όμως τα πιθανά ουσιαστικά δικαιώματα που αποστερείται κάποιος του οποίου οι αρχές ανακαλούν το διαβατήριο του, τα οποία δεν είναι μόνο «συμβολικού χαρακτήρα», ούτε περιορίζονται στο δικαίωμα να ταξιδεύει εντός ΕΕ.  Στο σύγγραμμα του για το Κυπριακό συνταγματικό δίκαιο, συνάδελφος ο Κώστας Παρασκευάς, σχολιάζοντας την υπόθεσης Κίττου σε σχέση με το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης και εγκατάλειψής της Δημοκρατίας, επικαλείται σχετική απόφαση Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης: 

«Πάντως θα υπάρξει παρέμβαση στο δικαίωμα που προστατεύει το άρθρο 13.2 αν εάν άτομο αποστερηθεί έγγραφα ταυτότητας όπως για παράδειγμα το διαβατήριο.»   

Στην υπόθεση ECommHR M. v Germany R, η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατάσχεση ενός εγγράφου, όπως το διαβατηρίο, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επηρεάσει τα δικαιώματα που διασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για Δικαιώματα του Ανθρώπου. Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερον ότι η πρωτόδικη απόφαση του Δικαστή Σαββίδη στην υπόθεση Κίττου δεν αποτελεί αυθεντία. Δεν νομιμοποιείται η κυβέρνηση να αποστερεί κατά το δοκούν το ταξιδιωτικού εγγράφο οποιουδήποτε πολίτη όπως είναι το διαβατήριο.

Στην υπόθεση Κίττου η κυβερνητική πράξη δεν είχε οποιοδήποτε συνέπεια στα δικαιώματα που συνοδεύουν την κατοχή διαβατηρίου, διότι απλά δεν υπήρξε οποιαδήποτε άρνηση εκ μέρους της διοίκησης να την εφοδιάσει με διαβατήριο ή να της επιβάλει οποιουσδήποτε περιορισμούς στη χρήση του για την ελεύθερη διακίνηση της στο εξωτερικό. Διαφέρει επομένως ριζικά η περίπτωση στην υπόθεση Κίττου από την πράξη αποστέρησης των διαβατήριων των  τ/κ που βρίσκονται στην ηγεσία της μη αναγνωρισμένης «ΤΔΒΚ».

 

gsgsg
 
 

Οι τάσεις στη διεθνή νομολογία: Υπάρχει δικαίωμα στο διαβατήριο ως δικαίωμα  που πηγάζει από την ιθαγένεια; 

Σε μια σύγχρονη συνταγματική δημοκρατία, από νομικής άποψης, η πράξη αποστέρησης των διαβατήριων των  τ/κ στη πραγματικότητα αποστερεί τα δικαιώματα που πηγάζουν από την ιδιότητα του πολίτη, το εξωτερικό κέλυφος της οποίας που αποκαλείται ιθαγένεια και αποτελεί υποκείμενο στο διεθνές δίκαιο.  Κατ’ ουσία, πρόκειται για απόπειρα κένωσης ότι περιέχεται εντός  της ιθαγένειας, κι ότι συνεπάγεται από αυτή, επομένως πρέπει να θεωρείται ως διαδικασία έμμεσης ή/και μερικής αποστέρησης της ιθαγένειας. Όπως αυθεντίες του διεθνούς δικαίου επισημαίνουν,  «λόγω της ιθαγένειας, ένα άτομο αποκτά μια σειρά δικαιωμάτων που κυμαίνονται από την απόκτηση έγκυρου διαβατηρίου που επιτρέπει τη μετακίνηση στο εξωτερικό έως το δικαίωμα ψήφου.» 

Η αντίληψη ότι η έκδοση και αποστέρηση διαβατήριων και ταξιδιωτικών και άλλων εγγράφων νομικά διαφέρει επί της ουσίας από την πράξη αποστέρησης της ιθαγένειας βασίζεται στην υπόθεση ότι έκδοση των εν λόγω εγγράφων αποτελεί είτε κυβερνητική πράξη η οποία δεν μπορεί να αναθεωρηθεί από δικαστήριο, είτε διοικητική πράξη στην οποία υπάρχει διακριτική ευχέρεια.

Στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι θιασώτες της άποψης αυτής βασίζονται στη αναχρονιστική μετααποικιακή αντίληψη ότι το υπουργικό συμβούλιο «κληρονόμησε» από την αποικιακή διοίκηση το «βασιλικό προνόμιο» (royal prerogative) που εν πάση περιπτώσει, κάποτε ήθελε την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων να υπάγεται υπό αυτό το αυταρχικό σχήμα. Στην πρωτόδικη εκδίκαση της υπόθεσης Κίττου, η λογική φαίνεται διέπει και την απόφαση του δικαστή Λουκή Σαββίδη.

Πρόκειται ωστόσο για ένα μεσαιωνικό κατάλοιπο που, προ-ανεξαρτησίας, οι Βρετανοί αποικιοκράτες έπλασαν ως απάντηση για να προσδώσουν νομιμότητα στην διοίκηση τους, αλλά και στους εκάστοτε αποικιακούς κυβερνήτες. Κλασικό δείγμα είναι η απάντηση του τότε υφυπουργού εξωτερικών στο Λόρδο Stansgate το 1958 που θεωρούσε ότι «η χορήγηση διαβατηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου είναι βασιλικό προνόμιο».

Προφανώς, το νομικό αυτό κατασκεύασμα αποτελεί την αντίθεση της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας. Είναι αξιοσημείωτο πάντως ότι, σε μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές για τη δημοκρατία, την εποχή του μακαρθισμού, παρόμοια στάση τηρούν και οι κυβερνώντες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού όταν υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ Άτσεσον επιχειρεί με δήλωση του να δικαιολογήσει την ορθότητα και νομιμότητα της άρνησης έκδοσης διαβατηρίων σε κομμουνιστές.   

Παρά το γεγονός ανάμεσα σε συντηρητικούς νομικούς που γοητεύονται ίσως ακόμα από περασμένα (αποικιοκρατικά) μεγαλεία αναφέρουν αυτές τις αναχρονιστικές αποφάσεις, σήμερα επιφανείς σύγχρονοι νομικοί του διοικητικού δικαίου, όπως οι Wade και Forsyth, επισημαίνουν καθώς όλες οι εξουσίες του βασιλιά έχουν μεταφερθεί στους υπουργούς, παρατηρείται μια σαφέστατη τάση συνεχούς συρρίκνωσης του χώρου διακυβέρνησης  ελέω «βασιλικού προνομίου»  σε σημείο που έχει εκλείψει.

Οποιαδήποτε αυθαίρετη κυβερνητική ενέργεια υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο: Το ίδιο το Βρετανικό δικαστήριο σε ανώτατο επίπεδο σε σχετική απόφαση του θεώρησε ότι η χορήγηση ή η άρνηση διαβατηρίου είναι απλά μια διοικητική απόφαση, όχι θέμα εξωτερικών υποθέσεων, καθώς εμπλέκεται στην καθημερινή ζωή.

Επομένως, η άσκηση αυτού του δικαιώματος υπόκειται σε αναθεώρηση και δικαστικό έλεγχο εφόσον, σύμφωνα με τους Wade και Forsyth, πλέον η έκδοση διαβατήριων στη Βρετανία δεν περιέχει πλέον ούτε βασικό προνόμιο, ούτε και υπάρχει εξουσία για να χορηγεί διαβατήρια που περιέχει δικαίωμα άρνησης στη βάση του βασιλικού προνομίου ή διακριτικής ευχέρειας.

Συνεπώς, καταλήγουν ότι «το διαβατήριο είναι ένας διοικητικός μηχανισμός, η χορήγηση και η ακύρωση του οποίου πιθανότατα δεν συνεπάγεται άμεσες νομικές συνέπειες». Σήμερα, η άσκηση προνομιακών εξουσιών εν γένει υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο για «αναθεώρηση των συνηθισμένων αρχών της νομιμότητας, της ορθολογικότητας και της διαδικαστικής παρατυπία». 

Η διεθνής νομολογία και πρακτική έχει αναγνωρίσει ότι η πρόσβαση σε ταξιδιωτικά έγραφα είναι στενά συνυφασμένη με το δικαίωμα ελεύθερη μετακίνηση και διαμονή που όλο και περισσότερο ενισχύεται λόγω της παγκοσμιοποίησης. Αν εξετάσουμε συντάγματα της Κοινοπολιτείας που έχουν παρόμοιες πρόνοιες όπως αυτές του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας που έχουν σχετική νομολογία περί διαβατήριων, όπως η Ινδία, ο Καναδάς και η Νέα Ζηλανδία,  θα δούμε ότι εκεί τα δικαστήρια που ανέπτυξαν στην μια σαφή στην θέση ότι υπάρχει κατοχυρωμένο το δικαίωμα στο διαβατήριο, όπως υπάρχει στη περίπτωση της Ινδίας. 

Το βασικό είναι ότι διαβατήριο, πέραν της ταυτότητας, αποτελεί το αναγκαίο μέσο πρόσβασης σε αυτά που διασφαλίζουν διεθνείς συμβάσεις: Το άρθρο 13(2) της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι «καθένας έχει το δικαίωμα να εγκαταλείπει οποιαδήποτε χώρα, ακόμα και τη δική του, και να επιστρέφει σε αυτήν». Αυτό διασφαλίζεται επίσης από το άρθρο 12 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα,  το άρθρο 2 του 4ου πρωτοκόλλου στη ΕΣΔΑ. Τέλος, οι Συνθήκες της ΕΕ, το άρθρο 45 του Χάρτη για τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο θέτουν πλέον με πιο ξεκάθαρους όρους το δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση που αποτελεί ένα από τους πυλώνες της αρχιτεκτονικής της ΕΕ.

Η έξοδος από την παρούσα κρίση
Η αποστέρηση λοιπόν των διαβατήριων των τ/κ έχει σοβαρές νομικές συνέπειες. Ωστόσο οι συνέπειες είναι κατά βάση πολιτικές κι έχουν πολιτικές προεκτάσεις. Ασφαλώς προκαλεί τριγμούς και εντός της τ/κ κοινότητας. Ήδη ο πρώην ηγέτης των τ/κ  ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ ασκεί κριτική στον Τατάρ για την υποκρισία και ανακολουθία ενός τ/κ εθνικιστή/αποσχιστή ηγέτη που θέλει μεν να κατέχει το κυπριακό διαβατήριο από τη μια πλευρά, αλλά να πολεμά την επανένωση επιδιώκοντας διχοτόμηση και δύο κράτη από την άλλη.

Καταδεικνύεται και πάλι εδώ η βαθιά τομή και ριζική διαφωνία ανάμεσα στους τ/κ, κάτι που ασφαλώς υπάρχει και στους ε/κ, ανάμεσα σε αυτούς που επιθυμούν λύση κι αυτούς την απεργάζονται σε μια πολωμένη κοινωνία. Αυτό όμως καθόλου δεν επηρεάζει την καταστροφική για τις προοπτικές λύσης της απόφαση της κυβέρνησης Αναστασιάδη με  να του αποστερήσει το διαβατήριο διότι απλώς θυματοποιεί τον τ/κ ηγέτη, ενισχύοντας τις συμπάθειες προς αυτόν, τόσο ανάμεσα στους τ/κ, όσο διεθνών, ενώ παράλληλα στέλνει το μήνυμα στους τ/κ ότι αμφισβητείται εν γένει η Κυπριακή ιθαγένεια των τ/κ. Κι αυτό σημαίνει ότι εμπεδώνεται η λογική της διχοτόμησης και μάλιστα με τρόπο συγκρουσιακό. 

Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί γύρω από την ιθαγένεια και τα διαβατήρια των τ/κ μπορεί να λυθεί άμεσα με την ανάκληση της απόφασης της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Διαφορετικά, πέραν του πολιτικού και διπλωματικού αυτοτραυματισμού, αυστηρά νομικά μιλώντας, πρόκειται και πάλι για άλμα στο κενό.

* Ο Δρ. Νίκος Τριμικλινιώτης είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας και επικεφαλής του Κέντρου για Θεμελιώδη Δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Κατέχει τον τίτλο Barrister και είναι εμπειρογνώμονας για την ιθαγένεια στο δίκτυο Global Governance Programme, GLOBALCIT.  

Loader