Οι πολλές απόψεις του corona-pass και του «υποχρεωτικού» εμβολιασμού

Οι πολλές απόψεις του corona-pass και του «υποχρεωτικού» εμβολιασμού

Είναι αντισυνταγματικό; Δεν είναι; Είναι, αλλά σε περίοδο πανδημίας μπορούμε να πάμε by the book του συντάγματος και της δημοκρατίας;

Πρώτη δημοσίευση Limassol Today

Αφότου ανακοινώθηκαν τα corona-pass που θα δίνονται μετά από εμβολιασμό, όπου δεν ονομάζουν διάκριση ή απαγόρευση τον αποκλεισμό όσων δεν τα κατέχουν από χώρους, αλλά όπως είπαν, θα δίνουν «κίνητρα» σε όσους εμβολιάζονται και τα κατέχουν, οι απόψεις παίρνουν και φέρνουν.

Είναι αντισυνταγματικό; Δεν είναι; Είναι, αλλά σε περίοδο πανδημίας δεν μπορούμε να πάμε by the book του συντάγματος και της δημοκρατίας;

Ένα debate από απόψεις Ακαδημαϊκών και Νομικών Επιστημόνων:

«Ακόμη, όμως, και αν η ισορροπία κάποτε επιτευχθεί, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα προσπεραστεί η αντίληψη που θα έχει εγγραφεί στην καρδιά της έννομης τάξης, σχετικά με το κράτος δικαίου και το Σύνταγμα. Εκείνο που θα έχει μείνει είναι μια γυμνή, αδυσώπητη raison d’état. Όχι βεβαίως με γνώμονα την κρατική μέριμνα για τη δημόσια υγεία αλλά την κρατική βούληση δραστικής συρρίκνωσης των ελευθεριών συλλογικής δράσης».
Μπάμπης Κουρουνδής (Διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ) & Βασίλης Τσιγαρίδας (Διδάκτορας Διοικητικής Δικονομίας ΑΠΘ)

«Δεν είναι όμως ο παλιός ιατρικός πατερναλισμός που επιστρέφει εδώ για να επιβάλλει και να δικαιολογήσει τους περιορισμούς. Οι γιατροί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα της επιβολής και της τιμωρίας: συνεχίζουν να «συμβουλεύουν» και να «συνιστούν», βασιζόμενοι στην πειθώ και στην εκούσια φροντίδα της υγείας όπως την εννοεί καθένας μας στο ιδιαίτερο πλαίσιο της δικής του ζωής. Εκείνο που αρχίζει να απλώνεται -σαν πραγματική παράλληλη πανδημία-είναι ο πατερναλισμός της κρατικής εξουσίας. Σε παγκόσμια κλίμακα, η κρατική εξουσία «επιβάλλει», απειλεί και τιμωρεί κάθε απόκλιση από αποφάσεις της, με δικαιολογία τη δημόσια υγεία»
Τάκης Βιδάλης (Διδάκτορας Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών)

«Ο σύγχρονος τρόπος διακυβέρνησης δικαίως εξισώνει την προσβασιμότητα στις τεχνικές κρίσεις και στην επιστημονική τους τεκμηρίωση με τα δικαιοκρατικά sine qua non. Για την ακρίβεια και κατά κυριολεξία, οι ανοιχτές πηγές πληροφόρησης συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αναγκαίας συνθήκης για τη λογοδοσία της εξουσίας, τόσο κατά τη νομοθετική της λειτουργία, όσο και όταν αυτή υλοποιεί και εφαρμόζει τις επίμαχες αποφάσεις. Πλέον αυτών, και ο επιγενόμενος δικαστικός έλεγχος προϋποθέτει επαρκή γνώση των υπό συζήτηση πληροφοριών προκειμένου να σταθμίσει την αναλογικότητα – κυρίως, την προσφορότητα – των όποιων μέτρων».
Αικατερίνα Παπανικολάου, (Δικηγόρος, Μέλος Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών)

«Αν και ο καθένας από τους υπογράφοντες αξιολογεί διαφορετικά το αποτύπωμα που αφήνει στο κράτος δικαίου η διαχείριση της πανδημίας από τη σημερινή κυβέρνηση, και οι δυο μας ανησυχούμε. Ειδικά αφότου ξέσπασε το δεύτερο κύμα του κορωνοϊού, δεν δικαιολογούμε στον ίδιο βαθμό τους περιορισμούς που έχουν επιβληθεί στα δικαιώματα. Ίσως αυτό οφείλεται στο ότι έχουμε  διαφορετική αντίληψη για την αμεσότητα και το μέγεθος του κινδύνου. Συμφωνούμε ωστόσο και οι δύο ότι η COVID-19, ανατρέποντας τον βιοτικό ρυθμό, κλονίζει τα αξιακά βάθρα και ήδη απειλεί θεμελιώδεις αρχές του συνταγματικού πολιτισμού μας. Γι’ αυτό, επειδή μας φοβίζει το αύριο, αποφασίσαμε να καταγράψουμε τις κοινές μας ανησυχίες.

Το ενδεχόμενο οι κυβερνήσεις να εκμεταλλευθούν τη μοναδική ευκαιρία που τους δίνει η COVID-19 και να παρατείνουν απαγορεύσεις για ίδιον όφελος δεν είναι επιστημονική φαντασία. Είναι ίδιον της εκτελεστικής εξουσίας να έλκεται από τον πειρασμό της κατάχρησης. Στη διαπίστωση αυτή κατέληξε εξάλλου και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη σύνοδο του Οκτωβρίου 2020. Μήπως, ενδίδοντας στο σύνδρομο του «συνταγματικού μιθριδατισμού», σπεύσουμε να προμηθευτούμε απερίσκεπτα «βιομετρικά βραχιόλια» και άλλα παρόμοια προϊόντα ιχνηλασίας, στο όνομα τάχα της ατομικής μας προστασίας και της συλλογικής μας ασφάλειας σε μια επιτηρούμενη κοινωνία;

Να μερικά μόνο από τα ερωτήματα της επόμενης μέρας που αφορούν τις δημοκρατίες μας. Την ίδια στιγμή που ορθώς έχει ιεραρχηθεί ως άμεση προτεραιότητα ο μαζικός και δωρεάν εμβολιασμός, οι κοινωνίες μας, μετά τόσους μήνες εγκλεισμού, κουβαλούν και άλλα σύνθετα τραύματα. Βγαίνοντας από την πανδημία, σε έναν κόσμο ανισοτήτων και εντεινόμενης κλιματικής κρίσης, η μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα δεν θα είναι απλή υπόθεση: 

Ανισότητες: διευρύνθηκαν. Το βέβαιο είναι ότι η πανδημία τις ενέτεινε. Όχι μόνο διότι διαφορετικά πλήττει το lockdown αυτόν που κατοικεί σε ένα διαμέρισμα δύο δωματίων από εκείνον που ζει σε μια έπαυλη. Αλλά και διότι αποδυναμώνει πολιτικά τον πρώτο, ενισχύοντας συγκριτικά τον δεύτερο. Οσο είναι ορθό να δείχνουμε τον εθνολαϊκισμό των Τραμπ, Πούτιν, Μπολσονάρο, Ερντογάν και Ορμπαν ως κατεξοχήν πολέμιο του συνταγματικού κράτους δικαίου, άλλο τόσο έχει σημασία να μην ξεχνάμε επίσης ότι καμία κυβέρνηση δεν είναι εξ αρχής χειραφετημένη από τον πειρασμό παραβίασης των δικαιωμάτων.

Τέλος, και η ίδια η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, σε μια εποχή όξυνσης των ανισοτήτων σε οικουμενικό επίπεδο, δείχνει πιο τρωτή από άλλοτε. Η λύση βέβαια δεν βρίσκεται στην εγκατάλειψή της χάριν μιας αμεσοδημοκρατικής ουτοπίας, αλλά στην ενίσχυση της αντιπροσωπευτικότητάς της.

Για την αντιμετώπιση της επόμενης μέρας χρειάζεται μια διεπιστημονική κινητοποίηση ειδικών διαφόρων κλάδων (λοιμωξιολόγοι, ψυχολόγοι, οικονομολόγοι, νομικοί, περιβαλλοντολόγοι κ.ά.), οι οποίοι, προερχόμενοι από το ευρύτερο πολιτικό φάσμα, θα είναι σε θέση να διατυπώνουν εγκαίρως έγκυρες γνώμες και συμβουλές, όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά σε συγκεκριμένα πρακτικά ερωτήματα που αφορούν τις επιπτώσεις των δημοσίων πολιτικών στις συνταγματικές ελευθερίες και δικαιώματα, καθώς και τα εν γένει θεσμικά αντίβαρα που ασθένησαν στη διάρκεια της πανδημίας.

Το ερώτημα, λοιπόν, της επόμενης μέρας δεν είναι μονοδιάστατα υγειονομικό. Είναι ευρύτερα θεσμικό και αφορά την ποιότητα της συνταγματικής μας δημοκρατίας. Η κυβέρνηση βέβαια θα εξακολουθήσει να έχει τον τελευταίο λόγο. Θα πρέπει όμως να αιτιολογεί τις τυχόν αποκλίσεις της από τις απόψεις που θα διατυπώνει η διεπιστημονική επιτροπή που θα συσταθεί. Γιατί η αιτιολογία είναι συστατική της διοίκησης σε μια δημοκρατία, δίνει κύρος στις αποφάσεις και, σε τελευταία ανάλυση, αυτή μόνο χτίζει μακρόπνοες συναινέσεις.

Οι περιστάσεις της επόμενης μέρας όχι μόνο δικαιολογούν, αλλά και επιβάλλουν αποφάσεις τεκμηριωμένες πάνω σε κατά το δυνατόν ευρύτερες συμφωνίες».
Ν. Κ. Αλιβιζάτος (Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών) & Δημ. Χριστόπουλος (Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου).

«Υπό συνθήκες πανδημίας, το κράτος θα μπορούσε να επιβάλει τον εμβολιασμό, με όρους γενικής υποχρέωσης όλου του πληθυσμού; Θα μπορούσε να υποχρεώσει ο εργοδότης, χωρίς προηγούμενη κρατική ρύθμιση, τους εργαζόμενους σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις να εμβολιαστούν, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα;

Κατά κανόνα ο εμβολιασμός, ως ιατρική πράξη με πιθανές παρενέργειες, προϋποθέτει την ενημερωμένη συναίνεση του ατόμου. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας υπερισχύει της υποχρέωσης του κράτους να μεριμνά για τη δημόσια υγεία.

Κρίσιμο είναι να αποσαφηνιστεί από την ιατρική επιστήμη αν όσοι εμβολιαστούν δεν θα μεταδίδουν πλέον τη νόσο. Όμως, ανεξαρτήτως αν οι εμβολιασθέντες συνεχίζουν ως φορείς να μεταδίδουν τη νόσο, το αν θα εμβολιαστούν δεν αφορά μόνο τους ίδιους. Η συναίνεση στον εμβολιασμό δεν επιδρά μόνο στο υποκείμενο της απόφασης, επειδή η επίτευξη της συλλογικής ανοσίας είναι αναγκαία για να λειτουργήσει πάλι η οικονομία. Άρα ακόμη και αν όσοι εμβολιαστούν συνεχίσουν να μεταδίδουν τη νόσο, η προστασία που το εμβόλιο προσφέρει στους ίδιους έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξομάλυνση της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Μπορεί συνεπώς το κράτος να επιβάλει τον εμβολιασμό; Μια πρώτη απάντηση είναι ότι αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί αυτονόητο για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όπως για εκείνους που εργάζονται σε υπηρεσίες υγείας ή σε χώρους όπου έρχονται σε άμεση επαφή με ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, όπως οι ηλικιωμένοι. Όσοι αρνούνται να εμβολιαστούν είναι προφανές ότι θα θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή ευάλωτων ανθρώπων, άρα για αυτούς μπορεί να θεωρηθεί εύλογη κύρωση η απομάκρυνση από την εργασία.

Θα μπορούσε να επιβληθεί γενική υποχρέωση εμβολιασμού όλου του πληθυσμού; Σκόπιμο είναι να διευκρινιστεί ότι υποχρεωτικότητα δεν σημαίνει εμβολιασμό με την άσκηση φυσικής βίας, ούτε με την επιβολή προστίμων για όσους αρνηθούν να εμβολιαστούν. Κάτι τέτοιο θα έθιγε τον πυρήνα του δικαιώματος του αυτοκαθορισμού.

Υποχρεωτικότητα μπορεί όμως να σημαίνει απαγόρευση μετακινήσεων, περιορισμό στη φοίτηση σε σχολεία και Πανεπιστήμια ή απαγόρευση πρόσβασης σε συγκεκριμένους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Όσοι δεν επιθυμούν να εμβολιαστούν και όσοι θέλουν να διαφυλάξουν ως ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο αν εμβολιάστηκαν, μπορούν να το επιλέξουν. Στο πλαίσιο όμως της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης, η άρνηση εμβολιασμού είναι συνταγματικά ανεκτό να επιφέρει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες υπό συνθήκες πανδημίας.

Θα μπορούσε να υποχρεώσει ο εργοδότης, χωρίς προηγούμενη κρατική ρύθμιση, τους εργαζόμενους σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις να εμβολιαστούν, ασκώντας το διευθυντικό δικαίωμα; Θα μπορούσε ενδεχομένως να απολύσει τους εργαζόμενους που θα αρνηθούν να εμβολιαστούν, ή να παράσχουν πληροφορίες για το αν εμβολιάστηκαν; Η απάντηση δεν είναι εύκολη».
Ξενοφών Κοντιάδης (Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου)

«Με συνοπτικό τρόπο εκτίθενται πτυχές της ανεπαρκούς προσήλωσης της πολιτικά υπεύθυνης Κυβέρνησης στην υποχρέωση αιτιολόγησης των ρυθμίσεων, της κυρίαρχης προσέγγισης της δημόσιας υγείας ως ζητήματος δημόσιας ασφάλειας και του κινδύνου παγίωσης δικαιοπολιτικών τάσεων της προσωρινής κατάστασης εξαίρεσης.

Εν μέσω μιας κατάστασης ανάγκης, όπως η υγειονομική κρίση, η Κυβέρνηση ενισχύεται θεσμικά έναντι του Κοινοβουλίου, διαθέτοντας την αρμοδιότητα να προβαίνει σε πρωτογενή θέσπιση κανόνων δικαίου με τη μορφή πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Με τη μετατόπιση του κέντρου βάρος στην εκτελεστική εξουσία, η Κυβέρνηση επιδιώκει να νομιμοποιήσει την αυξημένη εξουσία της σε τεχνοκρατικές βάσεις (εργαλειακή ορθολογικότητα) επικαλούμενη την αυταπόδεικτη «αλήθεια» των γνωμοδοτήσεων της Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας που συνέστησε. Τα πορίσματα της Επιτροπής, μολονότι αξιοποιούνται από την εκτελεστική εξουσία ως το δικαιολογητικό θεμέλιο των περιοριστικών μέτρων, δεν δημοσιεύονται, με τη χαρισματική νομιμοποίηση (ειδημοσύνη) να κερδίζει έδαφος έναντι των εξορθολογισμένων δικαιοκρατικών απαιτήσεων παραγωγής κανόνων δικαίου.

Παρίσταται, λοιπόν, ο κίνδυνος υποχώρησης της δημοκρατικής αρχής ως του νομιμοποιητικού βάθρου λήψης αποφάσεων χάριν της –μόνο a posteriori αποτιμώμενης– «επιτυχούς» αντιμετώπισης της εκάστοτε «κρίσης» (οικονομική, υγειονομική κ.λ.π.). Η τεχνοκρατική δικαιολόγηση είναι καθόλα εύλογη, καθώς η επιστημονική τεκμηρίωση αποτελεί μια αναγκαιότητα κατά τη διαχείριση μιας κατάστασης σοβαρής διακινδύνευσης της δημόσιας υγείας.

Ωστόσο, αυτό που είναι εξαιρετικά προβληματικό είναι η έλλειψη διαβούλευσης κατά τη λήψη των μέτρων και λογοδοσίας κατά την εφαρμογή των μέτρων. Με αυτόν τον τρόπο δεν υποβαθμίζεται μόνο η δημοκρατική αρχή, αλλά παράλληλα καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής ο –έστω και οριακός– έλεγχος των μέτρων, καθώς τα δικαιοδοτικά όργανα δεν διαθέτουν το αναγκαίο πραγματολογικό υλικό για τη διενέργεια του ελέγχου αναλογικότητας.

Η αναγωγή της δημόσιας υγείας σε συνταγματικό καθήκον και η ένταξή της στη σφαίρα ενός υπέρτατου σκοπού, όπως η δημόσια ασφάλεια, καθιστά εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο μιας προερμηνευτικής ιεράρχησης μεταξύ των –καταρχήν– τυπικά ισόκυρων συνταγματικών δικαιωμάτων και αρχών. Όπως είναι εύλογο, η ασφάλεια, ιδίως εν μέσω της διακινδύνευσης του ύπατου έννομου αγαθού, της ανθρώπινης ζωής, αναζωογονεί μια ρεπουμπλικανική θεώρηση της κυριαρχίας.

Ωστόσο, η διαστολή του κανονιστικού νοήματος της ασφάλειας, αποσυνδεδεμένη από μια συνεργατική θεώρηση του «κοινού αγαθού», καταλήγει να ανάγεται μονάχα στη –δικαιοκρατικά ανέλεγκτη– αποφασιοκρατική βούληση του κυριάρχου».
Θωμάς Ψήμμας (Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ)

Loader