Όταν αντί να πολεμάς την πείνα, πολεμάς την κλοπή φαγητού
Γράφει η Ανθή Ερμογένους*
Πρώτη δημοσίευση Limassol Today
Στη κεντρική φωτογραφία του άρθρου είναι η Ιχσάντ με την κόρη της όταν την επισκεφθήκαμε αφού αφέθηκε μετά την πρώτη σύλληψη στο χωριό Ποτάμι όπου έμενε.
Στο οποίο πεινούσε γιατί δεν της έδιναν άδεια εργασίας να δουλέψει. Κι όταν δούλευε κρυφά για πέντε ευρώ την ημέρα στα λαϊκά σωματεία, την κατάγγελναν οι κάτοικοι του αντίπαλου καφενέ και οι οικοκυρές σύζυγοι των θαμώνων.
Η Ιχσάντ που λέγαμε ότι ίσως και να έκλεψε ζαμπόν και παστίτσιο με κιμά χοιρινό ακόμα κι αν έκανε μουσουλμανική διατροφή.
Η Ιχσάντ που όσο κράτησε η επίσκεψη μας κάθησε ήρεμη όταν η γειτόνισα πέταξε χρυσαφικά από το τζάμι της να πέσουν μέσα στο σπίτι που έμενε για να την καταγγείλει για κλοπή. Η Ιχσάντ που είχε γειτόνισσα που κρύφτηκε και δεν μου άνοιγε όταν της κτύπησα την πόρτα και φώναζα ότι την είδα. Η Ιχσάντ πεινούσε κι αν έκλεψε φταίμε εμείς.
Η Ιχσάντ αφού φύγαμε μαγείρεψε τα ενιά μαυροσάκουλα φαγητό που της πήραμε λες και δεν είχε αύριο. Η Ιχσάντ που δεν είχε αύριο γιατί απελάθηκε. Γιατί δεν χωρούσε στον κόσμο μας. Μας χαλούσε την λαμέ αισθητική.
Τον κόσμο μας που τον φτωχό τον διώκει. Δεν τον θεραπεύει. Η φωτογραφία δημοσιεύεται με τη συγκατάθεση της.
Θυμάστε τον Γιάννη Αγιάνη, τον ήρωα στους Άθλιους του Βίκτωρ Ουγκώ τον 18ο αιώνα, ο οποίος γυρνά στους Γαλλικούς δρόμους πεινασμένος, σπάει μια βιτρίνα αρτοποιείου, κλέβει ψωμί και καταδικάζεται σε φυλακή και σε σκληρά καταναγκαστικά έργα;
Θυμάστε την ιστορία της Ιχσάντ στην Κύπρο τον 21ο αιώνα που αποκομμένη από κάθε κοινωνική πολιτική, κατηγορείται να έκλεψε παστίτσιο και ζαμπόν από το σπίτι της γειτόνισας; Αν δεν τη θυμάστε, εδώ να μείνετε, να μιλήσουμε για τον άνθρωπο που κλέβει να φάει. Να μιλήσουμε και για αυτόν που δεν κλέβει, αλλά ως φτωχός ή μετανάστης, θα είναι ύποπτος και σεσημασμένος. Δεν θα μιλήσουμε για αυτόν που το κατείγγειλε. Αυτή η ζωή, έτσι κι αλλιώς αυτόν, ποτέ δεν θα τον εμπεριέξει.
Ακούω πριν τρία χρόνια ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Συνελήφθηκε: ”Έκλεψε παστίτσιο και ζαμπόν αξίας €15”. Θυμάμαι τι σκέφτηκα αυθόρμητα: Που είναι αυτή η γυναίκα, γιατί πεινά τόσο ώστε να κλέψει; Ποιος ηλίθιος καταγγέλλει άνθρωπο γιατί έκλεψε φαί αντί να τον ταΐσει; Ποιος έκατσε και κοστολόγησε τα υλικά του παστίτσιου; Που ήταν το παιδί της τώρα που την συνέλαβαν; Ποιος θα έκανε κάτι γι αυτήν εκεί που ήταν, ανυπεράσπιστη; Όντως έκλεψε; Αν ναι, ποιος θα την βγάλει από την φυλακή, την λίστα για απέλαση και την πείνα; Αν όχι, αν δεν έκλεψε, θα πιστέψουν;
Τη βρήκαμε με τη Ζέλεια Γρηγορίου. Σηκωθήκαμε πήγαμε στο χωριό Ποτάμι που έμενε να τη βρούμε. Έκλαιγε, έλεγε δεν έκλεψα, δεν τρώω χοιρινό. Μπορεί να έχει δίκαιο, μπορεί όχι. Καθόλου δεν με νοιάζει. Κανέναν να μην νοιάζει. Μόνο αν υπάρχει άνθρωπος να πεινά. Αν έχει στήριξη. Αν ήρθε με άδεια εργασίας για μπαρ κι όταν θελήσει να φύγει από αυτή τη δουλειά, δεν της δίνεται άδεια κανονικής εργασίας. Αν δεν μπορεί να δουλέψει, αλλιώς θα συλληφθεί ως παράνομη. Αν κλέψει φαϊ επειδή δεν δουλεύει και πρέπει να ζήσει.
Εκείνο που με νοιάζει για τον άνθρωπο αυτόν που “κλέβει” είναι άλλο: Αν τον συλλαμβάνεις προκαταβολικά επειδή στο μυαλό σου ο ξένος ή ο φτωχός κρίνεις αυτοματοποιημένα πως έχει συνεπέστατα κλίση στην παραβατικότητα. Αν ως Δικαστήριο υιοθετείς το αίτημα προσωποκράτησης όταν προκύπτουν συνθήκες αποχωρισμού παιδιού, στέλνοντας το σε στέγη.
Με πήρε ο Φαησάλ που τη φιλοξενούσε: ¨Τη συνέλαβαν ξανά, μάλλον έγινε δικαστήριο χωρίς να την ειδοποιήσουν και καταδικάστηκε, δεν ξέρω. Ήρθαν περιπολικά την πήραν, πήραν και το παιδί. Ψάχνω τέσσερις μέρες”. Ψάχναμε απελπισμένα και εμείς. Τηλέφωνα από σταθμό σε σταθμό, στο τμήμα μετανάστευσης, παντού. Δεν μάθαμε ποτέ. Ίσως την απέλασαν ήδη. Δεν κοιμάμαι για μέρες, νιώθω να απέτυχα να κάνω κάτι. Τρώγομαι μέσα μου. Θυμώνω.
Αν κανείς κλέψει φαγητό, δεν έχει διαπράξει αδίκημα. Αδίκημα διαπράττει μια πολιτεία που δεν στήριξε. Θέλω να γίνει επισήμανση των αναλογιών. Μου φταίει, ναι, το κράτος που ψάχνει μόνο ανάμεσα στους ευάλωτους, στους ξένους, στους φτωχούς και τους απόκληρους με το κλεφτοφάναρο να βρει εγκληματίες.
«Έκλεψε πρέπει να τιμωρηθεί» μου είπε ο αστυνομικός, «δεν θα το κάνουμε ζούγκλα, ζούμε σε πολιτισμό». Διπολικός πολιτισμός αγαπητό όργανο της τάξης. Ο πολιτισμός αυτός πρέπει να κάνει μια γενναία αυτοκριτική. Η δικαιοσύνη με μεζούρα, με τις ανένδοτες απονομές, η προσήλωση στις κοσμιοτάτες διαγωγές που ξεμακραίνει από τον άνθρωπο, που νομίζει πως τα πήγε περίφημα επειδή στειρώνει την κοινωνία από κλέφτες, πόρνες, χασικλήδες, φτωχούς και αλλοδαπούς, που καθηκοντολογεί, που κρατά τσίλιες έξω από σπίτια ευπαθών και μειονοτήτων περιμένοντας στη γωνιά να δικαιώσει τις ρατσιστικές και ταξικές καχυποψίες, είναι η αμακιγιάριστη αλήθεια μιας αστικοδημοκρατίας ταξικής και μόνο ως τέτοια θριαμβεύει.
Η αστυνομία περηφανεύεται πως παρήγε δίκαιο και νόμιμότητα, κι ότι «έσωσε» την κοινωνία: η γυναίκα φυλακή και το παιδί της σε μια στέγη, αποθήκη παιδιών. Πολιτισμός δύο όψεων. Σαν να είσαι σε ένα μαγαζί που κάποιος τραγουδά τον έρωτα και κάποιος την ματαίωση του δικού του.
Αυτό εδώ δεν είναι ένα βαρύ περιγραφικό του τότε για να μας αγγίξει. Είναι το πριν το μετά και το πάντα. Είναι μια άκαμπτη δικαιοσύνη που σπαταλιέται ανισόνομα. Όταν πολεμάς την κλοπή φαγητού αντί την πείνα, οι θεσμοί βγαίνουν χαμένοι. Υπηρετείς το γράμμα μα όχι το πνεύμα του Νόμου.
Αγαπητέ υπεύθυνε αστυνόμε: Κλείνεις τον φάκελο, βάζεις σφραγίδα «Κοινωνία απελυμάνθη», κοιμάσαι ήσυχος;
Δυστυχώς ξανά, είδαμε τις προάλλες ανάρτηση της αστυνομίας η οποία διαπομπεύει άνθρωπο που έκλεψε από φούρνο. Για να φάει. Ή για να μην φάει αλλά για να πουλήσει να φάει.
Πάντως δεν έκλεψε μύρια από τράπεζες και εταιρικά ταμεία. ΄Άνθρωπος που κλέβει μικροπράγματα από μικροεπιχειρήσεις στα σίγουρα το κάνει είτε επιβιωτικά είτε από νοητική δυσλειτουργία που πρέπει να θεραπευτεί.
Όχι να διαπομπευθεί.
Η αστυνομία όμως δίαλεξε τον εξευτελισμό του ποστάροντας φωτογραφίες του ως καταζητούμενος. Την ίδια ώρα που δεν έδειξαν ποτέ το ίδιο σθένος, ζήλο και πάθος στην πάταξη πραγματικά σοβαρών εγκλημάτων ολκής. Διαπόμπευσαν άνθρωπο που έκλεψε από φούρνο.
Και αυτό δείχνει πως δεν απέμειναν ούτε τα στοιχειώδη κοινωνικά αντανακλαστικά, ούτε τα παραμικρά ανθρώπινα ένστικτα. Ούτε μέσα μας, ούτε στα όργανα μια κρατικής μηχανής που δουλειά της είναι να τα παράγει.