Μουδιασμένη ελευθερία και η ιστορία ενός καναρινιού
Γράφει η Μαρία- Ιζαμπέλλα Αχιλλέως
Φωτογραφίες Γιώργος Λαζαρίδης
Η τελευταία εβδομάδα υπήρξε μια εβδομάδα αυτοαναιρέσεων από επίσημα χείλη. Το λεξιλόγιο που μας βομβάρδιζε για μήνες: πανδημία, μείνετε σπίτι, lock down, επιδημιολόγοι, ευπαθείς ομάδες, εξάπλωση του ιού, κρούσματα, θάνατος... άρχισε να σωπαίνει και να μας κατακλύζουν στις τηλεοράσεις, στο διαδίκτυο και στον έντυπο τύπο, νέες εύηχες φράσεις όπως επιστροφή στην κανονικότητα, επανεκκίνηση της οικονομίας, ανάκαμψη.
Η σταδιακή επανεκκίνηση της οικονομίας, επανεκκίνησε και εμάς. Σαν κουρδισμένες κούκλες που για λίγο-οι περισσότεροι έστω- πατήσαμε pause σε μια ζωή ακατάπαυστης κίνησης. Και τώρα μας κούρδισαν για να επιστρέψουμε. Δεν ξέρω αν η ζωή όντως τώρα ξυπνάει από την εαρινή νάρκη της καραντίνας ή αν θα ξανακοιμηθεί κάτω από μια ρουτίνα νέας τάξης πραγμάτων.
Μα μέσα σε μια εβδομάδα και μόνο, το social distancing και τα μαθηματικά που όριζαν τις μεταξύ μας αποστάσεις είναι δύσκολο να σμικρύνουν με το έτσι θέλω σε αίθουσες διδασκαλίας και εργασιακούς χώρους. Ιδιαίτερα για ανθρώπους που επί δύο μήνες βίωναν ουσιαστικά μια κατάσταση κρίσης πανικού και φόβου.
Έγινε ολόκληρη εκστρατεία ώστε να πειστούμε να μείνουμε μέσα και στο να εμπεδωθεί το πόσο θέτουμε σε κίνδυνο τον εαυτό μας και τους άλλους και από τη μια στιγμή στην άλλη, ήρθαν οι ίδιοι άνθρωπο να μας πουν το μαύρο-που αυτοί μας έπεισαν ότι ήταν μαύρο- ως άσπρο.
Μα η ψυχολογία των ανθρώπων δεν είναι μπαλάκι του πινγκ-πονγκ και αφού κατέφυγαν, δίκαια ή άδικα δεν είναι το θέμα αυτού του κειμένου, σε τρομοκρατία του κόσμου χρειάζεται να αντιληφθούν ότι όπως μας έπεισαν να παραμείνουμε μέσα, θέλαμε και κάποιο χρόνο να βγούμε έξω. Και θα βγούμε. Γιατί για τον άνθρωπο η συνάθροιση είναι ανάγκη ψυχικής επιβίωσης.
Ζούμε τώρα στο μεταβατικό στάδιο μιας μουδιασμένης ελευθερίας. Όλο αυτό μου θύμισε μια παιδική μου ιστορία που θα ήθελα να ξεχνούσα μα συντροφεύει ως δίδαγμα ζωής.
Όταν ήμουνα μικρή είχα ένα καναρινάκι. Κίτρινο, ήρεμο, δεν του άρεσε να το αγγίζω. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη φροντίδα, δεν διεκδικούσε προσοχή, μα μας χάριζε εκείνο τον μελωδικό ήχο σαν τραγουδούσε.
Μαθαίνοντας στο σχολείο για την ελευθερία των ζώων, ξύπνησα μια Κυριακή κατά τις 5 π.μ. που όλοι θα κοιμόντουσαν με στόχο να βάλω μπρος το σχέδιό μου και να το ελευθερώσω. Ήμουν ενθουσιασμένη και περήφανη. Ένιωθα ηρωίδα. Του άνοιξα την πόρτα μα δεν έβγαινε. Το τράβαγα, επέμενα. Αυτό ήθελε να μείνει μέσα Το έβγαλα με το ζόρι και το τοποθέτησα σε ένα ινδικό γιασεμί στον κήπο.
Πέταξε λίγο από κλαδί σε κλαδί. Αυτό ήταν η διάρκεια της ελευθερίας του. Μία γάτα μου του όρμηξε και το έβαλε στο στόμα της. Της το έβγαλα αναίμακτα. Μα ακόμη θυμάμαι το κεφαλάκι του που χε στραβώσει. Το ξάπλωσα όπως πέθανε στο χέρι μου και το κοίταγα. Και αργότερα στο κλουβί του για να μην φάω ξύλο από τη μαμά μου για την απόπειρα απελευθέρωσής του. Όταν ξύπνησαν απορούσαν για τον ξαφνικό θάνατό του και εμένα οι ενοχές με έκαναν να έχω κράμπα στο στομάχι. Τη νιώθω ακόμα σαν το σκέφτομαι. Η κράμπα είχε όνομα: η ευθύνη για τη ζωή ενός πλάσματος που ξεψύχησε στη χούφτα μου.
Από τότε πέρασαν χρόνια, μα μου περνάει συχνά από το μυαλό η ιστορία αυτή. Από μικρή είχα καταλάβει πόσο εύκολα μπορεί να διδαχθεί το μυαλό την ανελευθερία, να τη συνηθίσει, να νιώθει οικειότητα και ασφάλεια μαζί της και το πόσο δύσκολο είναι για καναρίνια μα και για ανθρώπους να μπορέσουν να υπάρξουν ξανά σε συνθήκες ελευθερίας. Πόσο μάλλον να μάθουν να τη διεκδικούνε και να αναγνωρίζουν πότε βρίσκονται σε ένα κλουβί με πόρτα ορθάνοιχτη.