Οι σκέψεις μιας μητέρας στην καραντίνα
Γράφει η Μαρία Αριστοδήμου
Έχουμε πήξει να ψαχνόμαστε για να τους βρούμε δραστηριότητες στο διαδίκτυο, τους αφήσαμε και λίγο παραπάνω να δουν τηλεόραση, παίξαμε επιτραπέζια, κάναμε παζλ, φυτέψαμε γλαστρούλες, τους συνδέσαμε για να κάνουν διαδικτυακά μαθήματα, είδαμε φωτογραφίες τους όταν ήταν μικρότερα, τους είπαμε και τους ξανάπαμε ότι όλο αυτό θα τελειώσει και θα ξαναβρεθούν με την γιαγιά, τον παππού, τα ξαδέλφια, τους φίλους τους.
Είναι διπλά δύσκολο για όσους έχουν παιδιά, οποιασδήποτε ηλικίας, να διαχειριστούν την παρούσα κατάσταση. Προσπαθείς να μπεις στη σκέψη τους, να σκεφτείς τι σκέφτονται, πώς το βιώνουν σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους το καθένα.
Τα σποραδικά ή πιο συχνά ξεσπάσματά τους προσπαθείς, με όλη σου τη δύναμη, να τα μαζέψεις αγκαλιάζοντάς τα και προσπαθώντας να τους αποσπάσεις την προσοχή με κάτι άλλο.
Κάποιες φορές αποτυγχάνεις γιατί ούτε κι εσύ μπορείς να το διαχειριστείς. Και, τουλάχιστον, μια φορά την ημέρα σκέφτεσαι σε τι κόσμο έφερες τα παιδιά σου.
Τα παιδιά την έχουν ανάγκη την ρουτίνα που εμείς λέμε πως δεν την αντέχουμε. Το σχολείο, το μεγάλο οικογενειακό τραπέζι, τον ελεύθερο χρόνο, όλα με δόσεις, φτάνει αυτά να δημιουργούν μία ρουτίνα.
Ως γονέας, έστω κι αν ξέρεις πως δεν είναι εσύ που τους την στέρησες, δεν μπορείς παρά να νιώθεις ένοχος με κάποιο τρόπο για όλο αυτό. Την διάρρηξη της καθημερινότητάς τους. Να προσπαθείς να το πιάσεις από κάπου αλλά να μην πιάνεται.
Έχει περάσει ένας μήνας και κάτι. Λογικά, θα περάσουν κι άλλοι μέχρι να μπούμε ξανά στους ρυθμούς μας.
Για κάποιους αυτό μπορεί να μην ήταν τραγικό, αλλά, για τα παιδιά, τα μικρότερα κυρίως, που βιώνουν την κάθε μέρα και στο μυαλό τους μοιάζει με αιώνας, τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν.
Τα μεγαλύτερα, κλεισμένα στα δωμάτιά τους, έχουν έγνοια αν θα πάνε να δώσουν εξετάσεις μες το καλοκαίρι, πότε θα ξαναπάμε σινεμά με τους φίλους τους, αν θα χάσουν την πολυαναμενόμενη φετινή κατασκήνωση, που θα την χάσουν, και εσύ δεν έχεις τη δύναμη να τους το πεις κατάμουτρα.
Τα παιδιά θα ξεχάσουν λένε κάποιοι, θα συνεχίσουν τη ζωή τους.
Προσπαθώ να ανακαλέσω συμβάντα παρόμοιου τύπου απ’ το παρελθόν, να μπω στα παπούτσια τους. Το Τσέρνομπιλ, τον πόλεμο στο Ιράκ…
Δεν με ακολούθησαν ως τραυματικά γεγονότα στη ζωή μου, αλλά η εικόνα της γιαγιάς μου να πλένει τα χόρτα με το ξύδι ακόμα γυροφέρνει στη μύτη μου. Η χλωρίνη απ’ την σφουγγαρίστρα της μάνας μου ακόμα μου προκαλεί αναγούλες και αδυνατώ ακόμα ως σήμερα να την χρησιμοποιήσω. Θυμάμαι τον παππού και τον πατέρα μου να βάζουν ξύλα σε σχήμα Χ στα παράθυρα, σε περίπτωση έκρηξης τους κρυφάκουγα να λένε, και το έπαιρνα σαν παιχνίδι.
Δεν ξέρω τι θα θυμούνται τα παιδιά αυτά, που για να πάνε μια βόλτα στην γειτονιά μάς ακούνε να λέμε πως πρέπει πρώτα να στείλουμε μήνυμα στο “6”.
Δεν ξέρω πως θα συμπεριφερθούν όταν δύο μήνες αργότερα θα ξαναδούν τους φίλους τους.
Δεν ξέρω αν όλη η αβεβαιότητα που, χωρίς να το θέλουμε τους μεταφέρουμε, γιατί όταν μας ρωτάνε πότε θα επιστρέψουν στο σχολείο, δεν έχουμε απάντηση, θα μάς κάνει πιο "μικρούς" στα μάτια τους.
Δεν ξέρω αν με τα νέα οικονομικά δεδομένα της οικογένειάς μας θα μπορέσουμε να τους προσφέρουμε την μόρφωση που επιδιώξαμε. Τα πλάνα που είχαμε γι’ αυτά πριν από ένα μήνα, αν θα μπορέσουμε να τους τα υλοποιήσουμε.
Αν μια μέρα, την λέξη “ρευστότητα” που ακούνε στις ειδήσεις και δεν ξέρουν τι σημαίνει, θα την βάλουν στο πλαίσιο της ίδιας τους της ζωής. Η ρευστότητα της ζωής.
Ξέρω όμως ότι αν βγούμε όλοι, και κυρίως τα παιδιά, υγιείς σωματικά και ψυχικά από όλο αυτό, υπάρχει ακόμα ελπίδα. Και ως γονείς, οφείλουμε να κάνουμε μία επιπλέον προσπάθεια, όσο δύσκολο κι αν είναι, γι' αυτά τα παιδιά.
ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΠΙΣΗΣ: Τα στάδια της ψυχολογίας μας μέσα στην καραντίνα