Τη λένε Ειρήνη, μα κουβαλάει έναν πόλεμο μέσα της
Γράφει η Μαρία Ιζαμπέλλα Αχιλλέως
Φωτογραφίες Γιώργος Λαζαρίδης
Τη λένε Ειρήνη. Μα φοβάται τα περιστέρια. Τα περιστέρια της ειρήνης.
Φοβάται ότι τους μοιάζει. Ότι χαλάει την ομορφιά της πόλης με τα συγυρισμένα και φρεσκοπλυμένα μπαλκόνια των συγυρισμένων ανθρώπων, με τη συγυρισμένη ζωή και τα όλα εν τάξει. Φοβάται ότι λερώνει τις πλατείες, τα καθαρά τους πεζοδρόμια, ότι ενοχλεί τις λερωμένες τους συνειδήσεις. Ότι τους εκνευρίζει που κάθεται και υπομονετικά κάθε τους κίνηση παρατηρεί.
Μα δεν ξέρει ακόμη – η Ειρήνη-το μυστικό των περιστεριών. Τα περιστέρια βλέπουν μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα, τα σπιτικά των αστών και ξέρουν ότι κανείς εν τέλει δεν ξέρει που πηγαίνει. Κι ας κοκορεύονται πολλοί πως βρήκαν της ζωής τους την πυξίδα.
Τη λένε Ειρήνη μα κουβαλάει- άθελά της- έναν πόλεμο μέσα της. Τον δικό μας πόλεμο. Τον πόλεμο να μας μοιάσει. Κάθε πρωί σβήνει τη φλόγα του. Κάθε βράδυ ξανανάβει.
Κάποτε σαν τα περιστέρια που φοβάται, εφησυχάζεται με ψίχουλα. Μα η καρδιά για να χορτάσει θέλει ψωμί, ζεστό, χειροποίητο που φτιάχθηκε μόνο για σένα. Και ολόκληρο. Και της αξίζει ολόκληρο το ψωμί της Ειρήνης.
Δεν ξέρω γιατί η Ειρήνη κάποιες φορές δεν αγαπάει τον εαυτό της ή τα περιστέρια. Ξέρω μόνο πως όπως και τα περιστέρια που συχνάζουν στην πόλη σαν αστικά κατοικίδια, γυρεύει μόνιμα σπιτικό σε αφιλόξενα μπαλκόνια. Μα όπως και τα περιστέρια που για αιώνες τώρα δέθηκαν μαζί μας και φαινομενικά μόνο μας έχουν ανάγκη... ούτε αυτή μας έχει.
Σύντομα θα πετάξει, χωρίς να φοβάται την προσγείωση γιατί η γη και ο ουρανός είναι το σπίτι της. Εκείνη τη μέρα, θα αγαπήσει περισσότερο τα περιστέρια.
Και πού ξέρεις; Ίσως και να τη δω ένα Σάββατο πρωί, να ταΐζει ψίχουλα τα περιστέρια στην πλατεία Συντάγματος, χαμογελώντας.