Σύμης εντός των τειχών

Σύμης εντός των τειχών

Μία χαρακτηριστική φιγούρα της παλιάς Λευκωσίας, ο Σύμης Σουκιούρογλου, ξέρει πλέον που βρίσκονται τα όριά του. Κι αυτό δεν αφορά μόνο στα γεωγραφικά.

Είχαμε καταλήξει ότι θα μιλήσουμε μόνο για τα γλυπτά του, τις πέτρες του, όπως τις αποκαλεί. Τις διακόσιες μικροκεφαλές των Αθαλασσινών γηγενών που έχει δημιουργήσει. 

Σε συνομιλία του ποδιού που είχε προηγηθεί σε μπαράκι εντός των τειχών και όταν, ενθουσιωδώς, επέμενα να καταγράψουμε κατιτί παραπάνω, ήταν αρνητικός. “Εν πελλάρες τούτα. Ποιον αφορά η ζωή μου; Έλα να πιούμε καφέ τζαι να πούμε για τες πέτρες μου”. 

ery

Ξανακούγωντας ηχογραφημένη την δίωρη συνομιλία μας, σκόνταφτα συνεχώς πάνω στις παύσεις του και στην επανάληψη “Μα ποιον κόφτουν τούτα ούλλα;”. 

Στην εποχή της διαγώνιας διαδικτυακής ανάγνωσης και της ξεπέτας των σκαναρισμένων πληροφοριών, εξακολουθώ να πιστεύω ότι κάποιον μπορεί να κόφτουν τούτα ούλλα. Όχι το παραθυράκι που ανοίγει κάποιος όταν αφηγείται, αποσπασματικά, κομμάτια απ’ την πορεία της ζωής του αλλά, όταν μέσα απ’ τα αποσπάσματα, συναντά κάτι απ’ τη δική του ζωή. 

Ελπίζω ο Σύμης να με συγχωρέσει που δεν περιορίστηκα στις, ομολογουμένως εύμορφες και καλαίσθητες, “πέτρες” του. Αυτές που μεταμορφώνονται σε πρόσωπα και κόσμους ολόκληρους, εκεί, στην όμορφή του αυλή, στην συνοικία του Ταχτακαλά. 

Συνέντευξη στην Ιωάννα Χριστοδούλου 

Φωτογραφίες: Πάρις Δημητριάδης 


Ταχτακαλάς ή Ταχτ Ελ Καλέ; 
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Στην αραβική σημαίνει το πιο χαμηλό σημείο, το “κάτσιμο” το λεγόμενο. Στην τουρκική έχει να κάνει με το ξύλο κι έλεγαν ότι, η ονομασία, προέρχεται απ’ τα πολλά ξυλουργεία που φιλοξενούνταν στην συνοικία. Άλλοι αφηγούνται μια ιστορία με την πύλη της Αμμοχώστου. Τάχα, όταν έκλεινε η πόρτα, έκανες “τακ-τακ” για να σου ανοίξουν, κάτι που ακούγεται κάπως ανόητο. Το “κάτσιμο” νομίζω είναι πιο λογικό. 

Οι “Αθαλασσινοί Κρυμμένοι” εδώ στον Ταχτακαλά δημιουργούνται; 
Εδώ, ναι, στην αυλή του σπιτιού μου. Είναι η δεύτερη φορά που τους παρουσιάζω. Ξέρεις, δεν είχα σκεφτεί ποτέ να τους εκθέσω, είναι η δεύτερη φορά που το κάνω. Τις τελευταίες δεκαετίες σκαλίζω πέτρες. Μέχρι πρόσφατα, σκάλιζα και χάριζα. Τώρα που ημιαφυπηρέτησα, οπότε έχω περισσότερο χρόνο και περισσότερο υλικό, είπα να τους εκθέσω. 

3

Όταν λες “ημιαφυπηρέτησα”, τι έννοεις; 
Δουλεύω λιγότερες ώρες. Ανέλαβαν τα “Καλά Καθούμενα” τα παιδιά μου. Εκεί, στο καφενείο, είναι συγκεκριμένα τα καθήκοντά μου πλέον. Πάω λίγο το πρωί για να καθαρίσω, να ελέγξω τα ψυγεία κι αυτά.

Μεγάλωσα και σπούδασα τέσσερα παιδιά. Υπήρξε περίοδος της ζωής μου όταν δούλευα έως και δωδεκάωρο καθημερινές, Σαββατοκύριακα, γιορτές. Μεγάλωσαν πια, τώρα δεν χρειάζεται να δουλεύω τόσο πολύ.

motorcycle

Ανάγκες δεν έχω, υλικά πράγματα δεν χρειάζομαι. Δεν έχω αυτοκίνητο, δεν έχω κομπιούτερ, δεν ταξιδεύω. Έχω μια παλιομοτοσυκλέτα, πέντε φανέλες, τρία τζην. Δεν έχω επιθυμίες αυτού του τύπου. Έτσι με μεγάλωσαν, έτσι μεγάλωσα κι εγώ τα παιδιά μου. Μάθαμε να ζούμε λιτά. Οπότε, η αφυπηρέτηση που λέγαμε, μού εξασφαλίζει περισσότερο χρόνο και μεταξύ κι άλλων ασχολιών μου, σκαλίζω τις πέτρες μου. 

1

Από πού μαζεύεις τις πέτρες; 
Απ’ την Αθαλάσσα. Μια περιοχή που ακροβατεί μεταξύ δάσους και ξηρικού τοπίου την ίδια στιγμή. Αθαλάσσα, Γέρι, Λατσιά έως και Άγιο Σωζόμενο έχουμε αυτό το καταπληκτικό, ξηρό τοπίο. Πρόκειται για περιοχές γεμάτες με ασβεστολιθικά πετρώματα. Θα σταθώ όμως στην Αθαλάσσα, που το “άλφα” της δεν είναι το στερητικό. Αντιθέτως, σημαίνει “θάλασσα παντού”. Πρόκειται για το τελευταίο σημείο της Κύπρου που βγήκε πάνω απ’ το νερό και γι’ αυτό βρίσκει κανείς και κοχύλια στην περιοχή. Στην Αθαλάσσα βρίσκεις ένα κράμα πέτρας που έχει ως βάση τον ασβεστόλιθο αλλά αποτελεί πρόσμιξη διαφόρων πετρωμάτων. Αυτό στερεί την ομοιογένεια στη σύσταση της πέτρας και είναι πιο δύσκολο να την επεξεργαστείς. Έχει σημεία που είναι πολύ σκληρά και άλλα πολύ μαλακά. Πρόκειται για μία πέτρα που σου βάζει περιορισμούς. 

2

Κι όμως εσύ προτίμησες αυτή την πέτρα. Που σου βάζει περιορισμούς. 
Ναι. Κι επίσης το γεγονός ότι η Αθαλάσσα είναι κοντά μου. Δεν μου αρέσει να ταξιδεύω, ούτε να μετακινούμαι ιδιαίτερα. Είμαι άνθρωπος που δεν βγαίνει έξω απ’ τα τείχη της Λευκωσίας αν δεν είναι αναγκαίο. Στη θάλασσα αν με πάρουν καμιά φορά. Στα βουνά έχει δεκαπέντε χρόνια να πάω. Μένω μόνιμα εντός των τειχών εκτός όταν θέλω να επισκεφτώ την μάνα μου στην Ακρόπολη ή όταν πάω στην Αθαλάσσα για να μαζέψω πέτρες. 

Ποιος είναι ο λόγος που περιορίζεσαι τόσο; 
Δεν με απασχολεί ο λόγος. Είμαι απ’ τους ανθρώπους που βαριούνται τις ψυχαναλύσεις. Καταλαβαίνω ότι έχει κόσμο που τις έχει ανάγκη αλλά το έχω αποδεχτεί ότι έτσι είμαι. Βαριέμαι τις μετακινήσεις. Γιατί να το ψάξω; Γιατί να ζω με το “αν”; "Αν ήμουν ψηλός, θα έπαιζα μπάσκετ". Οκκέι, είμαι κοντός. Ως κοντός, μπορώ να κάνω κάτι άλλο; Έτσι νιώθω και με τις μετακινήσεις.

Αποδέχτηκα τα όριά μου και αυτά είναι εντός των τειχών. Οι πέτρες που χρειάζομαι να δουλέψω είναι πλησίον των γεωγραφικών μου ορίων. Και την ίδια στιγμή, μου βάζουν και όρια. 

general

Τα όρια που λέγαμε πριν; 
Ναι, έτσι είναι οι “καφκάλλες”. Η ανομοιογένειά τους θέτει όρια όταν πρόκειται να τις δουλέψεις. Σκέψου ότι πρόκειται για τεράστιες πέτρες, φυτεμένες στη γη, που φτάνουν βαθιά μέσα στο χώμα. Το πάνω μέρος, όπου φυτρώνουν θυμάρια και ανεμώνες, υφίσταται τις καιρικές συνθήκες και σκληραίνει. Κρυσταλλοποιείται. Γι’ αυτό συνηθίζουν να τις χρησιμοποιούν για αντιπυρικές ζώνες και στην Αθαλάσσα θα δεις πολλές απ’ αυτές σπασμένες. Το κάτω μέρος όμως, αυτό που βρίσκεται μέσα στη γη, είναι πιο μαλακό. Μου είναι χρήσιμο το σκληρό τους μέρος, πάω εκεί στην περιοχή με το διπλοκάμπινο, διαλέγω, φορτώνω… Άσε, μια ταλαιπωρία. 

Μια ταλαιπωρία που, εξ όσων φαίνεται, απολαμβάνεις. 
Οπωσδήποτε. Μ΄αρέσει όλη η διαδικασία έστω κι αν με ταλαιπωρεί. Είναι όπως όταν σου αρέσει μια γυναίκα. Σου λέει ο άλλος, “Τι να την κάνεις αυτή την ζαοκάννα;”, αλλά λες, “Μ΄αρέσει. Τι να κάνουμε;”.  

345

Επικεντρώνεσαι σε πρόσωπα. 
Ναι γιατί είναι ό,τι πιο σημαντικό για μένα. Όταν ψάχνω τις πέτρες μου στα χωράφια της Αθαλάσσας περιμένω να δω ένα πρόσωπο να με κοιτάει και να μου φωνάζει, “Είμαι δαμαί”. Γι’ αυτό ονομάζεται “Αθαλασσινοί Κρυμμένοι” η έκθεσή μου. Γιατί τα πρόσωπα αυτά είναι κρυμμένα στις πέτρες. Ξέρεις, δεν σκέφτομαι τίποτα όταν σκαλίζω παρά μόνο βλέπω το πρόσωπο που αποκαλύπτεται. Η τέχνη μου δεν έχει τίποτα το εννοιολογικό πίσω της. 

Σ’ αρέσει απλά να σκαλίζεις πέτρες. 
Αυτό. Αν ήμουν εικοσάρης με αντοχές και μου έλεγαν “Έλα να σκαλίσουμε και να κτίσουμε τα τείχη της Λευκωσίας”, θα πήγαινα. Θα δούλευα πάνω σε κυβικές πέτρες, θα μου άρεσε η διαδικασία της αρμολόγησης. Θα μπορούσα να ήμουν λιθοξόος. Την ίδια χαρά θα μου έδινε. Βέβαια, τώρα στα εξήντα, είναι κάπως δύσκολο. Οπότε, αφού με ιντριγκάρουν τα πρόσωπα, έμεινα σ’ αυτά. Και τα αγαπώ. Αγαπώ το κάθε πρόσωπο της κάθε πέτρας και τον κόσμο που αυτό κουβαλά. Μάζευα πέτρες από μικρός. Μπορεί να μην τις σκάλιζα τότε αλλά μ’ άρεσε να τις μαζεύω. 

sy

Μεγάλωσες σ’ αυτή τη γειτονιά; Σ’ αυτό το σπίτι; 
Γεννήθηκα και έζησα για λίγο εδώ κι έπειτα μετακομίσαμε στα Λατσιά. Επέστρεψα εντός των τειχών, συνειδητά και μόνιμα πλέον, στα είκοσι μου. Στο ενδιάμεσο ερχόμουν στην περιοχή τακτικά αφού εδώ έμεναν οι γιαγιάδες μου. Το σπίτι αυτό ανήκει έντεκα γενιές τώρα στην οικογένειά μου. Τώρα μένουν εδώ τα παιδιά μου κι εγώ, ως γνήσιος κύπριος πατέρας, μένω στα πισινά. Έχω την αυλή μου, ζω λιτά, οπότε, πλούσια. “Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος”, λέει η Λωξάντρα στο βιβλίο της Ιορδανίδου. 

Κι η δουλειά σου ήταν πάντοτε εντός των τειχών έτσι; 
Ναι, σ’ αυτό το σπίτι ήταν το πρώτο μου καφενείο, “Η Πράσινη Γραμμή”. Ακολούθησαν τα “Έπεα Πτερόεντα” και, το ‘95, τα “Καλά καθούμενα”. 

Θα μου μιλήσεις για τη ζωή σου πριν απ’ τα... καφενεία; 
Γιατί; Την αυτοβιογραφία μου θα κάνουμε; 

Όχι, για να τελειώσουμε τον καφέ μας. 
Μα, τώρα στα εξήντα, τι να πούμε και ποιον ενδιαφέρει; 

Μεγάλωσες λιτά είχες πει πριν… 
Ναι. Παρόλο που γεννήθηκα σε μία αστική, ευκατάστατη οικογένεια. Ζήσαμε με μέτρο. Χωρίς υπερβολές. Ο πατέρας μου ήταν εργοστασιάρχης, κατασκεύαζε χρηματοκιβώτια. Η οικογένειά μου ανέμενε από μένα να σπουδάσω και να αναλάβω την επιχείρησή του. Χωρίς να τους το αμφισβητώ, για χρόνια, εν τέλει δεν το έκανα. 

Οπότε, περνάς την παιδική σου ηλικία στα Λατσιά; 
Ναι. Γύρω στο ‘64 - ‘65 φύγαμε από τον Άγιο Κασσιανό γιατί ο πατέρας μου έχτισε ένα εργοστάσιο στα Λατσιά. Τότε στην περιοχή δεν υπήρχε τίποτα, και εννοώ, τίποτα. Η Λευκωσία τελείωνε πριν από την περιοχή του Χίλτον, που δεν ήταν καν κτισμένο τότε. Τα Λατσιά ήταν ένα χωριό των 300 ατόμων, μες την ποταμοσιά. Είχαμε ένα διαμέρισμα πάνω από το εργοστάσιο κι επειδή δεν είχε ρεύμα η περιοχή, εμείς στο σπίτι είχαμε φως για όση ώρα λειτουργούσαν οι γεννήτριες του εργοστασίου. Ερχόταν υδροφόρο για να μας φέρει νερό γιατί ούτε τρεχούμενο είχε στην περιοχή. Με τις αδελφές μου μεγαλώσαμε μες τα παλιοσίδερα του εργοστασίου και μες τα χωράφια της περιοχής. Για μένα, ωστόσο, ήταν ένας παράδεισος. 

Έχεις όμορφες αναμνήσεις δηλαδή; 
Κοίτα, εκ των πραγμάτων ήμασταν μοναξιασμένα παιδιά, οπότε εξελίξαμε την φαντασία μας με ό,τι υπήρχε γύρω μας. Για παράδειγμα, δεν έχω παίξει ποτέ ποδόσφαιρο. Δεν μου αρέσει μέχρι και σήμερα. Όμως βρίσκαμε πράγματα να κάνουμε εκεί, μέσα στο τίποτα. Δημιουργούσαμε τις εικόνες μας.    

100

 

Πότε επιστρέψατε στην περιοχή; 
Όταν χτίστηκε το σπίτι των γονιών μας στην Ακρόπολη, ήρθαμε πίσω. Ένα χρόνο μετά ακολούθησε η εισβολή. Ήμουν στα 15 τότε. Εν τω μεταξύ, εκείνο το διάστημα, εδώ, στο σπίτι του Αγίου Κασσιανού, έμεναν οι γιαγιάδες. 

Δεν έφυγαν απ’ την περιοχή οι γιαγιάδες; 
Η μόνη μετακόμιση που έκαναν ήταν να φύγουν από το ισόγειο και να πάνε στο ανώι. Σκέψου ότι η περιοχή μας ήταν πολεμική ζώνη. Το σπίτι στο ισόγειο το είχαν καταλάβει οι στρατιώτες οι δικοί μας. Η εμπόλεμη κατάσταση διήρκησε για δύο χρόνια στην περιοχή. Οι στρατιώτες, αντάλλαζαν σφαίρες έως και το 1976-77. Παιδιά 17-18 χρονών ζούσαν στο ισόγειο, έβγαζαν δεκάωρες, και βάλε, σκοπιές. Είχαν κάψει τις πόρτες, τα έπιπλα, ό,τι ξύλινο υπήρχε για να ζεσταθούν, για να πλύνουν τα ρούχα τους μες το λαβέζι, να πλυθούν οι ίδιοι.

fylakio

Στα είκοσι μέτρα απ’ την αυλή μας ήταν ο κατοχικός στρατός. Απέναντι, δίπλα, παντού. Η περιοχή μας ήταν ένα ερείπιο. Και παρέμεινε για αρκετά χρόνια μετά τον πόλεμο. Τότε που η δουλειά των στρατιωτών, και στις δύο πλευρές, ήταν να μαζεύουν απ’ το πρωί πέτρες και να τις κάνουν βουνάρια. 

Γιατί; 
Για να πετροβολούν ο ένας τον άλλο. Μέχρι και το ‘87 συνεχιζόταν αυτό. Σκοτώθηκαν και τρεις στρατιώτες στην περιοχή. Βέβαια, ας μην ξεχνάμε ότι απ’ το 1963-64 είχε δημιουργηθεί ο θύλακας στην περιοχή. Το σχολείο του Αγίου Κασσιανού ήταν από τότε έδρα των Ηνωμένων Εθνών και εγκαταλείφθηκε μετά το ‘74 λόγω του ότι ήταν μέσα στην Νεκρή Ζώνη. Απ’ την δεκαετία του ‘60 θυμάμαι πως βίωναν οι κάτοικοι της περιοχής την Πράσινη Γραμμή.

5

Θυμάμαι τα παράθυρα του σπιτιού στο ανώι που λέγαμε να έχουν μονίμως κλειστά τα παραθυρόφυλλά τους που έβλεπαν βορειοδυτικά. Καθόμασταν, μωρά ακόμα, στο περβάζι και παίζαμε με τα φυλλαράκια των παραθύρων για να δούμε τους χοτζάδες που, πριν τα μεγάφωνα, έβγαιναν στις γειτονιές. Μαγευόμασταν απ’ την αίσθηση της εικόνας που δεν είχαμε καθαρή. Τι έχει από εκεί; Ήταν το άβατον. Αργότερα, λόγω των εμπορικών δοσοληψιών που είχε ο πατέρας μου με τον τουρκομαχαλά, είχα πάει κάποιες φορές. Φοβόμασταν όμως.

Μετά το 1972, όταν ο Μακάριος άλλαξε πολιτική και προχωρούσαν καλά και οι ενδοκοινοτικές Κληρίδη-Ντενκτάς, άρχισε να αλλάζει η κατάσταση και οι τουρκοκύπριοι άρχισαν να βγαίνουν από τους θύλακες. Για παράδειγμα, των σπίτι των γονιών μου στην Ακρόπολη, το έχτισαν τουρκοκύπριοι με τουρκοκύπριο εργολάβο. Δεν υπήρχε πρόβλημα να πηγαινοέρχονται. Αν δεν γινόταν το πραξικόπημα, τα πράγματα θα εξομαλύνονταν με κάποιο τρόπο. Είχαν αρχίσει ήδη… Μα ποιον αφορούν αυτές οι ιστορίες;  
       
Εσύ, τη δεκαετία εκείνη, είσαι στο γυμνάσιο; 
Ναι, στο Γυμνάσιο Ακρόπολης. Ήταν το πρώτο μικτό γυμνάσιο της Λευκωσίας. Οι γονείς μου με έστειλαν εκεί γιατί είχε και κορούδες. Ήταν σχετικά ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι οι δικοί μου για την εποχή. Ήμουν στο πρακτικό, λόγω του ότι, είπαμε, με προόριζαν για σπουδές στα οικονομικά. Όπως όλο τον καλό τον κόσμο τη δεκαετία του ‘70. Ήμουν κάπως εκκεντρικός ως χαρακτήρας αλλά δεν τους πήγα κόντρα τότε, όσο και να μισούσα τα μαθηματικά και τη χημεία. Τους έκανα και τη χάρη να δώσω εξετάσεις, μπήκα και στο Oxford Polytechnic, τα παράτησα ένα μήνα μετά. 

Γιατί; 
Δεν μου πήρε πάνω από ένα μήνα για να καταλάβω ότι ούτε η ακαδημαϊκή μόρφωση με ενδιέφερε, ούτε οι ξένες χώρες, ούτε οι ξένες γλώσσες. Κόσμος που δεν μιλά ελληνικά, δεν με αφορά. Δεν είναι εθνικιστικό αυτό που σου λέω, απλά έτσι μου γιουτά. Έτσι με βολεύει. Παρόλο που σέβομαι τον αγγλικό πολιτισμό. Τελοσπάντων, όταν ένιωσα να πνίγομαι εκεί στην Αγγλία, επικοινώνησα μαζί τους στην Κύπρο. Δυο μέρες μετά χτυπά η πόρτα, ανοίγω, ο πατέρας μου: “Έχω εντολές από την μάνα σου…”. Για να του χρυσώσω το χάπι, του είπα ότι ήθελα να σπουδάσω κάτι άλλο. Κι επειδή πάντα μου άρεσε η μουσική, τον έπεισα να ψάξουμε για σχολές. Ήρθα πίσω στην Κύπρο με προοπτική ότι θα έκανα την προετοιμασία έτσι ώστε να μπω τον επόμενο χρόνο σε Μουσική Σχολή. 

Προετοιμάστηκες; 
Όχι βέβαια. Ήταν ξεκάθαρο για μένα ότι δεν θα επιχειρούσα ξανά να μπω σε πανεπιστήμιο. Τότε ήταν που στη Λευκωσία στήσαμε με τον Κώστα Αχνιώτη το πρώτο καφενείο-σουβλιτζίδικο-βιβλιοπωλείο, τον "Προλάτη". Βάλαμε κι ένα σφυροδρέπανο έξω, είχαμε στα ράφια μόνο αριστερές εκδόσεις… Χρέη σουβλιτζή ανέλαβε ο Γιώργος Χατζηπιερής. Ο "Προλάτης" ήταν εντός των τειχών, σ’ ένα υπόγειο της οδού Ξάνθης Ξενιέρου. Είχαμε μαζέψει καμπόσο κόσμο τότε, κυρίως από την ευρύτερη εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Προοδευτικούς. Λειτούργησε για ένα χρόνο ο "Προλάτης". 

Διέμενες και τότε εντός των τειχών; 
Άσε, τότε δήλωνα τροτσκιστής. Μαζί με τον Κώστα τον Αχνιώτη, τον Σταύρο Τομπάζο και τον Μιχάλη Χειμαριδη είχαμε γίνει ομάδα. "Κομμουνιστικός Κύκλος" ονομαζόταν. Μέναμε σ’ ένα κοινόβιο κοντά στην Αρχιεπισκοπή.

Είμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 όταν, στην Λευκωσία, ανθούσαν οι ακροαριστερές οργανώσεις. Μετά τον πόλεμο, διανύσαμε μία περίοδο όταν ο κόσμος ριζοσπαστικοποιήθηκε. Κυρίως οι φοιτητές, που σπούδασαν εκτός κι επέστρεψαν πίσω. Υπήρχε μία διάθεση για αλλαγή. Έτσι ήταν η κουλτούρα τότε. 

Ο Κύκλος τι έκανε τότε; 
Διοργάνωνε συνελεύσεις, μοιράζαμε φυλλάδια για το κυπριακό και για το εργατικό ζήτημα, συμμετείχαμε σε απεργίες και διαδηλώσεις. Είχε και δύο φεμινιστικές ομάδες που έβγαζαν περιοδικό τότε...

Τελοσπάντων, όλα αυτά ήταν ανοησίες. Ιδεολογήματα. Κολλήματα του μυαλού. Τάχα εσύ ξέρεις και πρέπει να φωτίσεις τους υπόλοιπους. Πλήρης αποκοπή από την ιστορική συνέχεια του τόπου. Έμεινα σ’ αυτές τις ομάδες για ένα μικρό διάστημα... 

Τι άλλαξε; 
Το καλοκαίρι του ‘80 ερωτεύτηκα. Τα παράτησα όλα, πούλησα την βέσπα μου και ακολούθησα μία κοπέλα που σπούδαζε ψυχανάλυση στο Παρίσι. Μέναμε στη rue Grange-Batelière, στην Μονμάρτη, σε ένα φθηνό διαμέρισμα. Κάθε πρωί πήγαινα και καθάριζα ένα εστιατόριο, το La Brochette στο Quartier Latin. Ωραίο το Παρίσι αλλά εγώ ήμουν εκεί γι’ αυτήν. Όταν τελείωσε ο έρωτας, ήρθα στην Κύπρο.

Ο "Προλάτης" ήταν ήδη σε παρακμή. Εγώ είχα φύγει παραδοσιακός μαρξιστής και επέστρεψα σκεπτικιστής. Διάβαζα τότε Πουλαντζά, Αντόρνο, αυτούς. Τι να λέμε, ξέκοψα από όλα τούτα. Δεν σώζει αυτό το πράμα. Ούτε τον άνθρωπο, ούτε την κοινωνία. Κι αυτοί που ανακατεύονται με αυτά, είναι συνήθως ψεύτες. Ναι, να αγωνίζεσαι για την ελευθερία του Βιετνάμ αλλά δες και την οικογένειά σου που την έχεις παρατημένη. Αυτή η έννοια του προοδευτικού, που ισχύει ως σήμερα, να ασχολείσαι με το ιδεολόγημα αλλά να χάνεις την πραγματικότητα. 

Οπότε, επιστρέφεις στην Κύπρο… 
… και ξαναφεύγω. Σε εκείνη τη φάση της αμφισβήτησης που λέγαμε, με ερωτεύεται μία Δανέζα που δούλευε στην Κύπρο. Μες την αβεβαιότητα και το ξεκρέμασμα που ένιωθα τότε -ούτε ο Σύμης το αστόπαιδο ήμουν, ούτε ο Σύμης της αριστεράς- ήμουν στο ψάξιμο. Η Ανέτ, την οποία συμπαθούσα αλλά δεν ήμουν ερωτευμένος, μου πρότεινε να την ακολουθήσω στο Ώρχους, στη Δανία. Πήγα. Έμεινα ενάμιση χρόνο. Γράφτηκα σε κάτι σχολές, έμαθα και Δανέζικα αλλά το ‘84 με βρήκε και πάλι στην Κύπρο. Ήμουν πλέον σίγουρος ότι δεν ήθελα να μένω πουθενά αλλού. 

Ξανά απ’ την αρχή λοιπόν; 
Άλλαξαν τα διαβάσματά μου τότε. Το γύρισα σε πιο new age αλλά ανάπαυση δεν έβρισκα πάλι. Δεν είχα καταλάβει ακόμα ότι όλα αυτά ήταν ξεκομμένα από τον ιστορικό μου χωροχρόνο. Από τον τόπο μου. Τελοσπάντων, επιστρέφοντας από τη Δανία βρέθηκα στο "Εναλλάξ", του Κώστα του Χαραλαμπίδη, να παίζω μουσική. Έστησα τότε μια παράσταση όπου με κάτι βινύλια play along jazz που είχα κουβαλήσει μαζί μου και τέσσερα μανεκέν από μία βιτρίνα καταστήματος είναι φτιάξει “μπάντα”. Έντυσα τα μανεκέν, τους πρόσθεσα και από ένα όργανο κι έπαιζα μουσική. Σόου καταστάσεις.

Στο "Εναλλάξ" γνώρισα και την Μαρία που δούλευε εκεί, με την οποία έχουμε σήμερα τρία παιδιά. Χωρίσαμε πια αλλά εξακολουθεί να είναι φίλη μου, ο πιο κοντινός μου άνθρωπος. Με την Μαρία όταν σμίξαμε λοιπόν, ψαχνόμασταν πού να μείνουνε. Κι επειδή η έγνοια μου ήταν πάντα το σπίτι στον Άγιο Κασσιανό, άρχισα να το ψάχνω. 

borders

Σε ποια κατάσταση ήταν το σπίτι τότε; 
Οι στρατιώτες το είχαν καταστρέψει εντελώς κι άλλοι διάφοροι το λεηλάτησαν. Ήταν ένα ερείπιο και ήταν υπό την κατοχή του στρατού. Το διεκδίκησα γιατί το κρατούσαν πλέον παράνομα, δεν ήταν επιταγμένο. Σημείωσε ότι η περιοχή τότε, ήταν νεκρή από κόσμο. Κατεβαίνω με φίλους αρχιτέκτονες και βλέπω μία αυλή γεμάτη ερείπια, ένα σπίτι γεμάτο χαλάσματα. Στην πόρτα μπροστά κάτι βαρέλια των στρατιωτών.

cat

Από την Εθνική Φρουρά μού έλεγαν “Τι θα το κάμεις το χαλαμάντουρο δίπλα που τους Τούρκους;”. Το ήθελα όμως. Μετά από περιπέτειες διάφορες με τα Ηνωμένα Έθνη, ήρθα μια μέρα με φίλους και μετακινήσαμε τις βαρέλες. Ξεκίνησα με έναν μάστρο να το φτιάχνουμε σιγά σιγά. Έτσι έμαθα να δουλεύω την πέτρα.

Μετακομίσαμε με την Μαρία αλλά, λόγω των διορθώσεων που είχαμε κάνει, είχαμε ξεμείνει κι από χρήματα. Είπαμε να το κάνουμε καφενείο, να βγάζουμε κάτι. Πήρα δέκα τραπέζια, σαράντα καρέκλες, έφτιαξα και μια ταμπέλα “Η Πράσινη Γραμμή” και το 1985, μέναμε σ’ ένα σπίτι… καφενείο. 

Ερχόταν ο κόσμος στην Πράσινη Γραμμή εκείνη την εποχή; 
Έμαθε να έρχεται. Ήταν μία περιπέτεια τότε να κατέβει κάποιος προς αυτές τις περιοχές, δίπλα ακριβώς από το φυλάκιο των Τούρκων. Σκοτεινιά παντού, μόνο το φως έξω απ’ το καφενείο εδώ ήταν αναμμένο. Λίγο πριν χωριστούν οι αριστεριστές σε δύο τάσεις, τους εθνικιστές και τους διεθνιστές, έρχονταν όλοι εδώ. Μετά άνοιξε στον Ταχτακαλά και ο Βάσος ο Φτωχόπουλος οπότε μοιραστήκαμε. Στην "Πράσινη Γραμμή" έρχονταν οι οικολόγοι που άρχισαν τότε να δημιουργούνται, εδώ δημιουργήθηκαν οι "Φίλοι του Ακάμα", σε μια περίοδο που ο κόσμος δεν ήξερε τι είναι ο Ακάμας...

Έρχονταν και καλλιτέχνες κι έπαιζαν μουσική εδώ. Είχα τον Παπάζογλου για μια βδομάδα, τον Ross Daly, τις Δυνάμεις του Αιγαίου… Η Άννα η Μαραγκού πάντοτε μου έδινε χώρο στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Λευκωσίας να παρουσιάζω τις γλυπτές κατασκευές μου ή να παίζω μουσική στους παλιόδρομους που είχε η περιοχή τότε. Την "Πράσινη Γραμμή" όσοι την έζησαν, είναι δύσκολο να την ξεχάσουν. Ούτε κι εμείς την ξεχνάμε.

door

Σκέψου ότι με την Μαρία όταν θέλαμε να πάμε στην κινηματογραφική λέσχη να δούμε ταινία, αφήναμε σημείωση έξω στην ανοιχτή πόρτα “Επιστρέφουμε στις 10” κι αναμμένη τη σόμπα μέσα. Μέχρι να επιστρέψουμε, το καφενείο ήταν γεμάτο κόσμο. Έκανε ο καθένας το τσάι του και άφηνε πενήντα σεντς μέσα στο κουτί. Αφήναμε τις μπύρες σε κασόνια έξω, γιατί δεν χωρούσαν μέσα στο καφενείο, και δεν είχαμε έγνοια. Άλλος κόσμος.

Παρόλο που ήταν φτωχικά τα πράματα τη δεκαετία του ‘80, υπήρχε ένας αυθορμητισμός. 

Σε τί νομίζεις οφειλόταν αυτό; 
Ήταν η περίοδος όταν νομίζαμε ότι όλα είναι δυνατά. Όλα είναι πιθανά. Η Λευκωσία εντός των τειχών ήταν, αυτό που λέμε, off limits για το Κράτος και την Αστυνομία. Είχες να κάνεις μόνο με τον στρατό. Δεν υπήρχαν δομές, μόνο ερείπια. Υπήρχε μία ψευδαίσθηση ότι η πόλη είναι δική σου. Αυτό, έως ότου ξεκίνησε η επίσημη συντήρηση μέσα από το masterplan και καλώς έγινε.  

green line

Το καφενείο "Η Πράσινη Γραμμή" μέχρι πότε άντεξε; 
Έως το 1989 όταν και γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί. Είπαμε ότι δεν γίνεται να μένουμε σε ένα σπίτι που έχει κοινή κουζίνα και τουαλέτα με το καφενείο οπότε… έφυγε το καφενείο. Τότε ήταν που άνοιξα τα "Έπεα Πτερόεντα" στην οδό Νικηφόρου Φωκά. Και τα Έπεα ακολούθησαν, το ‘95, τα "Καλά Καθούμενα". 

epea pteroenta

Πριν πάμε εκεί, σε μια προηγούμενη συνομιλία, μου είχες αναφέρει ότι στο καφενείο "Η Πράσινη Γραμμή" είχες γνωρίσει τον Χρήστο Γιανναρά. Έναν άνθρωπο που, όπως μου είπες, διαδραμάτισε ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή σου.  

Ναι... Κοίταξε, είμαι ένας άνθρωπος που διαβάζει. Πάντα διάβαζα. Πάντα προβληματιζόμουν. Είχα έγνοιες. Μέχρι το 1986-87 δεν είχα βρει κάτι να με καλύψει υπαρξιακά, οντολογικά θα έλεγα. Δεν βρήκα κάτι να μου δώσει μία απάντηση νοήματος. Ήταν ενδιαφέρουσες οι διάφορες θεωρίες αλλά ένιωθα ότι δεν ήταν αληθινές για μένα.

Το 1986 ήρθαν στην Κύπρο οι Χρήστος Γιανναράς, Διονύσης Σαββόπουλος και Κώστας Ζουράρις για να μιλήσουν για το πολυτονικό σε μία διάλεξη στην Πύλη Αμμοχώστου. Για να είμαι ειλικρινής, πήγα εκεί για να δω τον Σαββόπουλο, τον οποίο θεωρώ σπουδαίο μουσικό. Είναι ένας άνθρωπος που με συγκινεί, πνευματικά και καρδιακά.

Εκεί, στη διάλεξη, παρακολούθησα για πρώτη φορά τον Γιανναρά. Και παλάβωσα. Άκουσα ένα λόγο ποιητικό, ερωτικό και, την ίδια στιγμή, φιλοσοφικό. Ακατανόητο. Με είχε συνεπάρει. Έρωτας. Όταν τελείωσε η διάλεξη, είχαν έρθει όλοι στο καφενείο μαζί με τον Λέλλο, που ήταν δήμαρχος τότε, και την Μαραγκού. Του ανέφερα ότι εντυπωσιάστηκα από την ομιλία του και τον ρώτησα αν έγραψε κανένα βιβλίο.Ο άνθρωπος που, βέβαια, είχε ήδη είκοσι βιβλία στο όνομά του, μου απάντησε: “Κάτι έγραψα…” και μου εισηγήθηκε να διαβάσω κάποια. 

Θυμάσαι ποια ήταν; 
Ναι. Το “Αλφαβητάρι της πίστης”, “Η νεοελληνική ταυτότητα” και “Η ελευθερία του ήθους”. Του είπα ότι θα τα διαβάσω και θα πάω να τα συζητήσουμε. “Να κοπιάσεις”, μου είπε.

erdtf

Παράγγειλα τα βιβλία, τα διάβασα, πήρα και τις σημειώσεις μου και… μπήκα στο αεροπλάνο για Αθήνα. Του χτύπησα την πόρτα στην Πάντειο, ο άνθρωπος δεν με περίμενε, του λέω “Γνωριστήκαμε στην Κύπρο και μου είπες να έρθω να σε βρω…”, με κάλεσε στο σπίτι του να μιλήσουμε και να φάμε σούπα. Μιλούσαμε για ώρες. Μία κουβέντα συγκλονιστική με έναν άνθρωπο στον οποίο οφείλω το ευ ζην.

Φεύγοντας μου είπε: “Σημαντικά αυτά που είπαμε αλλά, το πιο σημαντικό, είναι να ξεκινήσεις να πηγαίνεις στην εκκλησία. Όλα αυτά, δεν βιώνονται έξω από το εκκλησιαστικό γεγονός. Σε άλλη περίπτωση, είναι απλά θεωρίες”. Αντίθετος εγώ. Τι να κάνω στην εκκλησία. Τι να κάνω εγώ με τους παπάδες. Αντίσταση. Ώσπου μου είπε τη λέξη-κλειδί, στην ύπαρξή μου ολόκληρη: “Αν με αγαπάς, θα πας εκκλησίας”. Μου ζήτησε υπακοή στην αγάπη δηλαδή. Ελεύθερα επιλέγεις να υπακούσεις εκείνον που αγαπάς, όχι εκείνον που σε καταπιέζει. Δηλαδή η υπακοή είναι πράξη αγάπης. Ξεκίνησα να πηγαίνω εκκλησία. 

Δεν είχες καμία επαφή πριν; 
Όχι, τίποτα το ιδιαίτερο. Και δυσκολεύτηκα πάρα πολύ στην αρχή. Ώσπου γνώρισα τον Πάτερ Συμεών και τον Πάτερ Νεόφυτο, νυν Μητροπολίτη Μόρφου. Έτσι άρχισα να πηγαίνω τακτικά στην εκκλησία στην Λάρνακα. Γιατί είχα αγαπήσει αυτούς τους ανθρώπους. Παρέμεινα στην εκκλησία. Ήταν κι ο λόγος που με την Μαρία αποφασίσαμε να παντρευτούμε τότε. Είχα τις απορίες μου, είχα τις αμφισβητήσεις μου -και τις έχω ακόμα και σήμερα όσον αφορά στο εκκλησιαστικό γεγονός- όχι για την εκκλησία ως θεσμό αλλά ως κοινωνία ανθρώπων. Μου πήρε καιρό να καταλάβω γιατί συνέχιζα να πηγαίνω. Ώσπου κατάλαβα ότι πήγαινα για μένα. 

Τι άλλαξε; 
Άλλαξα εγώ. Ασυνείδητα. Η επαφή με την εκκλησία, με άλλαξε. Τα διαβάσματα, οι εμπειρίες, οι κουβέντες. Σήμερα διαβάζω μόνο θεολογία και ιστορία. Πάω κάθε Κυριακή στην εκκλησία και σχεδόν κάθε Κυριακή θα κοινωνήσω. Με ενδιαφέρει πολύ η θεολογική σκέψη της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος στο Βόλο. Αυτά είναι τα ενδιαφέροντά μου σήμερα. Η βαθιά πίστη και αγάπη στον Χριστό. Μόνο όταν αγαπάς εμπιστεύεσαι, άρα, πιστεύεις.

Αποδέχεσαι ότι υπάρχει ένα μέγεθος που σε ξεπερνά, ότι είσαι κτίσμα, είσαι πλάσμα. Κι απ’ εκεί αρχίζει η πορεία σου. Από εκεί και πέρα, κάθε θρησκεία, κάθε θρησκευτικός πολιτισμός, βρίσκει αυτό που θέλει. Πιθανόν, αν ήμουν Κινέζος, να ήμουν ένας σπουδαίος βουδιστής. Δεν ξέρω. Αλλά γεννήθηκα εδώ κι εδώ η μόνη ιστορία που έχουμε, είναι η ιστορία της εκκλησίας μας. Τα μνημεία που έχουμε είναι τα εκκλησιαστικά. Τα υπόλοιπα ανήκουν στους κατακτητές. Η ψυχή του τόπου μας, της Κύπρου, καταγράφεται και υποστασιάζεται στις παλιές εκκλησίες και την αγιογραφία τους. Ο πολιτισμός μας είναι η εκκλησία είτε αυτό αρέσει σε κάποιον, είτε δεν αρέσει. Είτε είναι κάποιος ένθεος, είτε άθεος. Είναι σημαντικό να ξέρεις την ιστορία σου. Θεωρώ την έννοια του ριζοσπαστισμού αρρωστημένη. Τι σημαίνει “Σπάζω τις ρίζες”; Τις ρίζες του το δέντρο δεν τις χρειάζεται; Δεν πρέπει να τις θρέφει και να τις ποτίζει; 

Με τι άλλο ασχολείσαι αυτό το διάστημα; 
Με πολλά. Με το διάβασμά μου, τις πέτρες μου, τη μουσική μου... Παίζω μουσική με την κόρη μου. Είναι σημαντικό να παίζεις μουσική με το παιδί σου. Γενικότερα, ζω σε ένα διαρκές παρόν. Δεν έχω οράματα. Το μόνο που οραματίζομαι είναι το τώρα. Με τις ελλείψεις, τις θλίψεις, τα λάθη και τα απωθημένα του. Το μέλλον δεν υπάρχει για μένα, ούτε αγωνιώ για αυτό. Υποστασιάζεται μόνο ως παρόν.

Το μόνο που ξέρουμε στα σίγουρα και καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε είναι τα όρια τα οποία έχουμε ως άνθρωποι: Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε. Η αγωνία του δυτικού πολιτισμού σήμερα, πώς να μην πεθάνει, είναι υστερική. Γι’ αυτό οι πλείστες κοινωνίες υποφέρουν από κατάθλιψη. Στην ερώτηση, με τί ασχολούμαι. Με πράγματα που δεν έχουν καμία σκέψη πίσω τους. Πράγματα που Είναι. Έτσι Είμαι. Και βγαίνει αβίαστα. Επιπλέον, στην ηλικία μου, νιώθω και μία αποκοπή από τον σύγχρονο κόσμο. Νιώθω ότι η εποχή με έχει ξεπεράσει. 

Με ποια έννοια; 
Η ζωή κινείται με ρυθμούς που ο σκληρός μου δίσκος δεν μπορεί να ακολουθήσει και να αποθηκεύσει. Ή πρέπει να τον καθαρίσω από τα τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορίας που υπάρχουν μέσα μου συνειδητά. Δεν μπορώ όμως να το κάνω αυτό γιατί δεν με ενδιαφέρουν τα καινούρια πράματα. Δεν κρίνω τους νέους. Μπορεί να φτιάξουν ένα καλύτερο κόσμο, δε λέω. Απλώς, δεν με αφορά τι θα γίνει.

Νιώθω αποστασιοποιημένος και αποσυνδεδεμένος σε σημείο που, μπορεί να ακουστεί υπερβολικό, αλλά είμαι έτοιμος να πεθάνω και αυτή τη στιγμή. 

Τι είναι για σένα ο θάνατος; 
Αλλαγή των διαστάσεων. Κάποιοι φοβούνται το καινούριο γιατί το πρόβλημα κάποιων ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των πιστών, είναι η αποδοχή της αιωνιότητας. Ότι υπάρχει αιωνιότητα. Αν το αποδεχτείς, αντιμετωπίζεις τη ζωή διαφορετικά. Δεν είναι τυχαίο που ο άνθρωπος έχει βιολογικό τέλος. Η ψυχή δεν σηκώνει πολλά πολλά. Σε μία σκηνή από το αγαπημένο βιβλίο “Λωξάντρα” της Ιορδανίδου, η Λωξάντρα είναι στην καρέκλα της κι έξω ετοιμάζεται να αρχίσει ο πρώτος παγκόσμιος που θα αλλάξει τον κόσμο ολόκληρο. Η Λωξάντρα όμως είναι ήδη μεγάλη σε ηλικία. Δεν την αφορά ο κόσμος που αλλάζει. Έτσι κι εγώ, σ’ αυτή την αυλή που με βλέπεις, δεν νιώθω να με αφορά κάτι.

Βγαίνω από εδώ και με ξεπερνούν οι κουβέντες των ανθρώπων, ο τρόπος που αγαπούν, που ερωτεύονται, που αντιλαμβάνονται την τροφή, την φύση, τον συνάνθρωπό τους. Δεν ιδανικοποιώ το παρελθόν, σε καμία περίπτωση, αλλά σίγουρα υπήρχε ένας διαφορετικός τρόπος αντίληψης για όλα αυτά που είχε να κάνει με την ζωή και τον θάνατο. Σήμερα, η απουσία σεβασμού, είναι αισθητή. Πλέον, νιώθω να είμαι με το ένα πόδι στον παλιό κόσμο και με το άλλο σέρνομαι στον νέο.

Ποιος είναι ο νέος κόσμος; 
Αυτός της έντασης και της ανάγκης για απόδραση. Αυτή η υπερβολική μανία ότι η ζωή είναι κάπου αλλού. Ότι πίσω από την κούρβα, κάτι έρχεται. Πίσω απ’ το βουνό υπάρχει κάτι πολύ σπουδαίο. Να πας, αν θες, και πίσω απ’ το βουνό, να δεις. Αλλά δεν γίνεται να μην βλέπεις αυτό που έχεις μπροστά σου, δίπλα σου. Δεν γίνεται να ψάχνεις συνεχώς την άλλη ζωή.

Σύμη, έχεις καθόλου απωθημένα; 
Ναι. Ένα. Δεν μου έχει χαριστεί ποτέ ο αμοιβαίος έρωτας. Δεν ξέρω τι είναι, δεν το βίωσα ποτέ. Αυτή είναι η μόνιμή μου θλίψη και την κουβαλώ κάθε λεπτό της ύπαρξής μου. Η γυναίκα είναι σημαντική στη ζωή μου. Μετά από τον Χριστό, είναι η γυναίκα. Πρόκειται για μία θλίψη η οποία, ωστόσο, δεν μου προκαλεί κατάθλιψη. Κατάθλιψη είναι όταν χάνεις το όλον εξαιτίας του μέρους. Το όλον δεν μπορώ να το χάσω, γιατί έχω τον Χριστό.    

Είσαι ευτυχισμένος;
Ναι. Έχω πλήρη γνώση ότι με αγαπά ο Χριστός, ο Θεός. Κι εμένα και όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό δεν αγωνιώ. Δε με νοιάζει που γερνώ, δεν με νοιάζει αν θα πεθάνω, δεν με νοιάζει η κληρονομιά που θα αφήσω πίσω μου. Θα με θυμάται ο Θεός όπως και όλους όσους έζησαν και θα ζήσουν στους αιώνες των αιώνων. Υπάρχουμε στη μνήμη του. Δεν είναι ανάγκη να με θυμάται κανένας άλλος. Θα με θυμάται ο Θεός, ο συλλογικός νους των πάντων, οπότε θα με θυμούνται όλοι. Αυτό μου δίνει μεγάλη ησυχία. Και ανάπαυση. Και με βάζει σε έλεγχο. Δεν υπάρχει πιο απελευθερωτικό πράγμα απ’ το να μην μπορείς να κρυφτείς. Δεν μπορώ να κρυφτώ από τον Θεό. Οπότε, ναι, είμαι ευτυχισμένος. 


 

Loader