3 Jul 2019

Δεκαέξι χρόνια κατασκηνωτής στην Καρπασία

Ο Δημήτρης Φυρίος μιλά για την μεγάλη του αγάπη

Γράφει η Ιωάννα Χριστοδούλου.

Φωτογραφίες: Στάλως Χατζηπιερή

Κρατάει χρόνια ο έρωτας του Δημήτρη με την παραλία του Παχύαμμου στην Καρπασία. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, όταν επιστρέφει από εκεί, δεν βγαίνει άλλη κουβέντα απ’ το στόμα του.

Δημήτρη, κάνουμε μια συνέντευξη να μας τα πεις;”. “Να κάνουμε. Μόνο να μην βγει ένα δημοσίευμα στο ύφος αυτών που παρουσίαζαν τις παραλίες της Ανάφης τα περιοδικά του Κωστόπουλου, τότε, στην Ελλάδα και μάς τις κατέστρεψαν. Τις έκαναν trendy εν μία νυκτί”. “Τι θα ήθελες να βγει;”. “Ότι η πανέμορφη αυτή παραλία, μία απ’ τις ομορφότερες στην Μεσόγειο, δεν είναι για άλλους”. “Για ποιους είναι;”. “Γι’ αυτούς που μπορούν να αντέξουν το μεγαλείο της φύσης. Γι’ αυτούς που μπορούν να καταλάβουν την τόση ομορφιά”.

Τί σπουδαίο έχει η ακτή της Χρυσής Άμμου και μοιάζεις με ερωτευμένο δεκαεξάρη κάθε που επιστρέφεις από εκεί;

Στην Χρυσή Άμμο -ή τον Παχύαμμο- κάποιος μπορεί να βρει μία χρυσή ευκαιρία για όμορφες αναρτήσεις στο Instagram. Αυτό, να πιει ένα καφεδάκι στο κιόσκι του Χασάν, να κάνει το μπάνιο του και να φύγει. Κάποιος άλλος, όμως, θα σταθεί απέναντί της με σεβασμό και δέος. Θα δει τον εαυτό του να έρχεται αντιμέτωπος με το σύμπαν ολόκληρο σα βρεθεί εκεί.

Φαντάζομαι για σένα ισχύει το δεύτερο;

Οπωσδήποτε. Απ’ την πρώτη κιόλας φορά που βρέθηκα εκεί για μία σύντομη διανυκτέρευση το 2003. Έκτοτε οι επισκέψεις εκτός από τακτικές έγιναν και πολυήμερες. Έγινα ο σταθερός καλαμαράς επισκέπτης της περιοχής.

Πριν πάμε στο 2003, να κάνουμε τις συστάσεις; Πότε ήρθες στην Κύπρο εσύ;

Απ’ το 1991 είμαι εδώ. Μία απόφαση που πάρθηκε μετά από ένα χωρισμό. Ζούσαμε στην Αθήνα, χωρίζω απ’ την μεγάλη μου αγάπη, μια Θεσσαλονικιά και η ζωή μου πέφτει στο κενό. Η Αθήνα δεν με χωρούσε πλέον, φεύγω για Κρήτη, για κάνα δίμηνο, μένω σε κάτι φίλους και τότε μια φίλη, Κύπρια της Νιγηρίας, μου προτείνει να δοκιμάσω να έρθω στην Κύπρο. Μία φορά είχα επισκεφτεί το νησί στο παρελθόν, μικρότερος με την οικογένειά μου. Λέω “γιατί όχι;” και καταλήγω εδώ. Τον τόπο έκτοτε τον... πονούσα και τον πονάω.

Δηλαδή;

Να σου πω. Το Κυπριακό, για παράδειγμα, ήταν ένα θέμα που με αφορούσε από πριν. Ήταν ένα ζήτημα που ανέκαθεν μου προκαλούσε ενδιαφέρον. Οι δύο πλευρές. Το μεταίχμιο. Γεννήθηκα στην Βεγγάζη της Λιβύης, μεγάλωσα στην Αθήνα, δεν το θεωρώ τυχαίο που η ζωή με έφερε στην Κύπρο, σε μία χώρα μεταιχμίου. Σε ένα νησί που χωρίζεται μεταξύ της “ανατολής” απ’ τη μια και όλων όσων αντιπροσωπεύουν την δύση απ’ την άλλη. Κι οι “δύο πλευρές” ήταν πιο αισθητές με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων.

Πώς αντιμετώπισες το 2003 ως Έλληνας που ζούσε στην Κύπρο;

Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων με βρήκε σε εκείνη την ασύλληπτη ουρά, πέντε ώρες αναμονής ήταν θυμάμαι, για να περάσω στην άλλη πλευρά του νησιού.

Υπήρχε γενικότερα ένα ρεύμα το 2013. Νιώσαμε ότι κάτι πάει να γίνει. Ότι άνοιξε μία χαραμάδα σε ένα τοίχο.

Γιατί ήθελες να πας; Πού είχες να πας;

Πουθενά δεν είχα να πάω συγκεκριμένα. Ούτε και η τότε σύζυγός μου που είναι Κύπρια αλλά δεν έχει ρίζες από τα κατεχόμενα. Είμασταν εκεί και θέλαμε να περάσουμε για τη χαρά της ιστορικής στιγμής. Είμαστε με μια παρέα μουσικών, κύπριοι κι αυτοί, και παίζαμε μουσική καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Αξέχαστη εμπειρία. Σε εκείνη την πρώτη επίσκεψη είχαμε κι ένα σκοπό. Να ηχογραφήσουμε ήχους απ’ την άλλη πλευρά.

Γιατί;

Από καιρό ηχογραφούσαμε ήχους της πόλης στις ελεύθερες περιοχές. Μας έλειπε ο ήχος της άλλης πλευράς. Ο Χότζας, η αγορά εκεί, οι άνθρωποι της άλλης πλευράς. Το ομορφότερο κομμάτι μάς ήρθε από ένα τουρκοκύπριο παλιατζή που γνωρίσαμε εκεί. Μουσικολάτρης, μάς έδειχνε τα μουσικά όργανα που είχε στο χώρο του και θυμάμαι αυτή τη χαρακτηριστική στιγμή που άγγιξε με το δεξί χέρι την καρδιά του και ενθουσιασμένος μάς είπε ότι η μουσική είναι η καρδιά των πάντων. Τον ηχογραφήσαμε και, μαζί με τα ακουστικά στοιχεία που είχαμε μαζέψει κι απ’ τις δύο πλευρές, είχαμε συμμετάσχει στην Μπιενάλε Αθηνών τότε. Παρουσιάσαμε ένα κοινό ηχότοπο.

Γιατί σας απασχολούσε το θέμα αυτό;

Προσωπικά με απασχολούσε απ’ τον καιρό που είχα πρωτοέρθει στην Κύπρο. Οι Κύπριοι φίλοι μου ήταν επίσης ευαισθητοποιημένοι. Υπήρχε γενικότερα ένα ρεύμα εκεί την εποχή. Νιώσαμε ότι κάτι πάει να γίνει. Ότι άνοιξε μία χαραμάδα σε ένα τοίχο. Πέραν της πολιτικής χροιάς, η μετάβαση απ’ την μία περιοχή στην άλλη έδινε την αίσθηση ότι άλλαζε ο κόσμος και το περιβάλλον γύρω σου σε μία στιγμή. Ήταν πολύ πιο γιαβάς-γιαβάς τότε η αίσθηση που σου άφηνε η εμπειρία. Όλα έμοιαζαν παγωμένα και σταματημένα σε ένα παρελθόν. Το 2003, αυτή η διπλή διάσταση των πραγμάτων, που μπορεί σήμερα να μην είναι τόσο διακριτή, με είχε αγγίξει.

Την Καρπασία πότε την ανακάλυψες;

Λίγες βδομάδες μετά από εκείνη την πρώτη επίσκεψη. Η πληροφορία ήρθε μέσα απ’ τον φιλικό μου κύκλο για αυτή την πανέμορφη παραλία. Ανέκαθεν ήμουν κατασκηνωτής, στην Κύπρο ο Ακάμας με είχε ήδη απογοητεύσει με τον πανικό που εξελισσόταν εκεί, είπα να πάω να δω τι συμβαίνει στην Χρυσή Άμμο.

Κατεβαίνεις για πρώτη φορά εκεί. Ποια ήταν η πρώτη σου εντύπωση;

Είχαμε πάθει όλοι ένα… σοκ. Απ’ την διαδρομή κιόλας η προοπτική που σου προσφέρει απ’ τον δρόμο σε διάφορες φάσεις το σκηνικό της παραλίας σε προϊδεάζει. Κατεβαίνουμε και βλέπουμε μία παραλία, όντως, χρυσή. Χρυσότατη. Βάλσαμο. Ένιωσα δέος. Σε εκείνη τη πρώτη επίσκεψη το μόνο που υπήρχε κατά μήκος ήταν μία μονάδα που λειτουργούσε ο Χασάν, τον οποίο αν πάει κάποιος σήμερα θα τον συναντήσει εκεί. Πρόκειται για τη μόνιμη παρουσία της περιοχής. Γνωριζόμαστε ενάμιση δεκαετία πλέον.

Τι κάνει ο Χασάν εκεί;

Καταρχάς να πούμε ότι ο Χασαν είναι τουρκοκύπριος με λιβανέζικη καταγωγή. Θαλάσσιος βιολόγος στο επάγγελμα, είχε εργοδοτηθεί για ένα πρόγραμμα που αφορά στη διάσωση των χελωνών. Ο Χασάν παρατηρεί τη φύση, κάνει καταγραφή, βοηθάει τα χελωνάκια άμα χρειαστεί να βρουν τον δρόμο τους προς τη θάλασσα. Είχε στημένο ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι εκεί τότε και με το πέρασμα των χρόνων, επεκτάθηκε. Σήμερα μοιάζει με μικρό τουριστικό κατάλυμα, με κάποια δωματιάκια και μία ταβερνούλα. Στα δεκάξι χρόνια που επισκέπτομαι το μέρος είδα διάφορες αλλαγές. Σε κάποια φάση είχαν μάλιστα κτιστεί κι άλλα καταλύματα στην περιφέρεια της ακτής, άνηκαν στον Μπουχράν και τον Τέκο. Εν τέλει όμως ξηλώθηκαν αφού η παραλία τα τελευταία χρόνια είναι στο Natura κι έχουν μείνει εκεί κάποια μπάζα, σημάδια ότι κάτι συνέβαινε. Τώρα στην παραλία είναι μόνο το κατάλυμα και το ταβερνάκι του Χασάν, τον οποίο πάντοτε επισκέπτομαι. Έστω κι αν είμαι αυτάρκης από προμήθειες ως κατασκηνωτής, πάντοτε θα πάω να φάω ένα αβγό ή να πιω ένα καφέ ή μια μπύρα.

Τι ιδιαίτερο έχει αυτή η παραλία;

Για μένα είναι η ελευθερία που νιώθω εκεί. Είναι πανέμορφη, τεράστια, με πολύ βάθος, αυτή την θαυμάσια χρυσή άμμο και με αμμόλοφους που συναντάς σε έρημο. Πιο μέσα είναι τα αρμυρίκια που δημιουργούν τον κατάλληλο χώρο για έναν κατασκηνωτή. Η φύση χαρακτηρίζεται από μία αγριάδα εκεί, μην σου τύχει να μην είσαι προετοιμασμένος για τον καυτό ήλιο που την περιλούζει. Και τα βράδια, αν είσαι τυχερός και πετύχεις όμορφη φεγγαράδα κοιμάσαι εκεί, στην παραλία. Κατέληξα να κάνω μέχρι και τρεις βδομάδες κάμπινγκ στην περιοχή.

Άλλαξε καθόλου το φυσικό τοπίο σε σύγκριση με τα πρώτα χρόνια που πήγαινες εκεί;

Έχει αλλάξει δραματικά αλλά εξακολουθεί να είναι πανέμορφο. Θυμάμαι όταν είχα πρωτοπάει η θάλασσα μού θύμιζε την Βεγγάζη. Έμπαινες στο νερό και έβλεπες την ζωή φάτσα-κάρτα. Σαλάχια, καβούρια, κάθε είδος ψαριού. Δεν υπήρχε σημείο, βράχος, άμμος που να μην είχε ζωή. Εκτός απ’ τις χελώνες, σ’ αυτή την παραλία ήταν αισθητός ο πληθυσμός από καβούρια της άμμου. Με το έπεφτε το φως ή αν είχες την τύχη να την απολαύσεις την αυγή, ξαπλώνεις κάτω για να έχεις την οπτική της επιφάνειας της άμμου και βλέπεις τα καβούρια παντού. Μαζί κι εκείνα τα πανέμορφα κρινάκια της άμμου.

Ο άνθρωπος της πόλης μπορεί να νομίσει ότι όλα εκεί είναι ακίνητα. Όμως η φύση επιβεβαιώνει ότι αυτό δεν ισχύει. Όλα κινούνται. Συνεχώς.

Σήμερα δεν ισχύει αυτό το σκηνικό;

Έχει διαφοροποιηθεί. Πέρασαν πολλοί “βάρβαροι” από εκεί μες τα χρόνια. Σε κάποια σημεία, γιατί πρόκειται για μία τεράστια παραλία, θα δει κανείς πολλά σκουπίδια, τα μπάζα απ’ τα καταλύμματα που έχουν ξηλωθεί, τις βρωμιές ασυνείδητων κατασκηνωτών που έρχονται εκεί για κανένα διήμερο να κάνουν το κέφι τους και τελικά τα κάνουν λαμπόγυαλο και φεύγουν. Δυστυχώς δεν υπάρχει περιβαλλοντική νοοτροπία. Σε κάποια φάση μαζεύαμε δέκα-δώδεκα τεράστιες σακούλες σκουπιδιών απ’ την παραλία… Έχει μειωθεί και πολύ ο πληθυσμός των χελώνων εκεί. Παρόλο που παραμένει αισθητά παρθένο το περιβάλλον, είναι βραδιές που έρχονται εκεί για πάρτι, με μουσικές και ψησταριές και κουβαλούν όλη την πόλη μαζί τους κάποιοι. Αυτό δεν είναι ό,τι καλύτερο ούτε για τις χελώνες ούτε για τα καβούρια αλλά ούτε και για τους συνειδητοποιημένους κάμπερ.

Τι κάνει ένας συνειδητοποιημένος κάμπερ εκεί;

Σέβεται καταρχάς τη φύση που έχει τόσα να προσφέρει. Μόνο οι ήχοι εκεί, είναι αρκετοί. Το κύμα, τα πουλιά, τα τζιτζίκια. Πάντα υπάρχει ήχος, ποτέ δεν είναι απόλυτη σιωπή. Και ποτέ δεν θα δεις απόλυτη ακινησία. Ξέρεις, σε τέτοια περιβάλλοντα, ο “πολιτισμένος” νους, αυτός του ανθρώπου της πόλης, νομίζει ότι όλα είναι ακίνητα, ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Λίγες ημέρες εκεί και η φύση, η ζωή, επιβεβαιώνει ότι αυτό δεν ισχύει. Είναι ένας τόπος που θα τον χαρακτήριζα “σκληρό”. Σε μία επίσκεψη, και δεν εννοώ δύο-τριών ημερών, έχεις να αντιμετωπίσεις εκτός από μια υπέροχη θάλασσα, τον δυνατό ήλιο, την υγρασία, τα κουνούπια. Οι ομορφιές της, όμως, σε αποζημιώνουν.

Σε ένα τέτοιο τόπο έχεις να διαχειριστείς τον εαυτό σου σε σχέση μ' αυτό το μεγάλο πράγμα, τη φύση. Που από ήρεμη γίνεται ξαφνικά άγρια και πλούσια σε κίνηση.

Τι κάνεις όταν πας εκεί; Πώς περνάς τον χρόνο σου;

Παρατηρώ και παρακολουθώ. Σε τέτοια περιβάλλοντα, όπως είχα πει και πριν, μετά από λίγες ημέρες, όταν το μυαλό καθαρίσει απ’ την βρωμιά της πόλης, αρχίζει η ουσιαστική παρατήρη. Της κίνησης του τοπίου. Όχι σαν θεωρητικό σχήμα αλλά ως βίωμα. Δεν έχει κάτι “πολιτισμένο” να σου αποσπά την προσοχή. Γι’ αυτό και πρέπει να διαχειριστείς τον… εαυτό σου. Ένα απ’ τα βασικά μελήματα που έχει να διαχειριστεί ένας άνθρωπος που ζει σε τέτοιο περιβάλλον είναι να μετατοπίζει συνέχεια το σώμα του για να βολευτεί. Αν σκάσει μύτη ένας ήλιος που καίει, αν έχει υπερβολική υγρασία… Διαχειρίζεσαι τον εαυτό σου σε σχέση με την έκθεσή σου σ’ αυτό το μεγάλο πράγμα, την φύση. Τη φύση που από ήρεμη γίνεται ξαφνικά άγρια και πλούσια σε κίνηση.

Τις υπόλοιπες ώρες τι κάνεις;

Έχω τα βιβλία μου, έχω τις μουσικές μου σε λογική ένταση... Έχω επισκεφτεί την Χρυσή Άμμο με διάφορα σχήματα, οικογενειακώς, με φίλους, εντελώς μόνος μου. Συντονιζόμαστε αναλόγως. Μια χρονιά είχαμε αποφασίσει να φτιάξουμε μία κατασκευή, ένα γλυπτό, απ’ τα σκουπίδια που μαζεύαμε και είχε μείνει για χρόνια στην περιοχή. Άλλη φορά θα πας να κυλιστείς στους αμμόλοφους, θα κολυμπήσεις γυμνός, θα στήσεις παιχνίδια… Ο χρόνος εκεί δεν σε τρέχει ξωπίσω. Το κινητό μου θα το πάρω μαζί μου αλλά θα το κάνω χρήση όταν είναι αναγκαίο. Προτιμώ να αράξω με το βιβλίο μου στην αιώρα, μες τα δέντρα, και να ακούω πεντακάθαρα τους ήχους της θάλασσας. Ξέρεις, ο τόπος εκεί είναι τόσο αμφιθεατρικός που λειτουργεί σαν ηχείο. Ακόμα κι αν είσαι πίσω-πίσω στην παραλία, πέντε λεπτά περπάτημα απ’ την ακτή, μπορεί να ακούς πεντακάθαρα ότι συμβαίνει εκεί.

Στο Ριζοκάρπασο πήγες καθόλου;

Ναι και έμεινα μάλιστα κάποιες φορές εκεί. Απίστευτο χωριό και αραιοκατοικημένο. Όμορφη η κουλτούρα των ανθρώπων εκεί, αυτών που αποκαλούμε “εγκλωβισμένους”. Γνώρισα πολλούς και χωρίς να θέλω να το γενικεύσω, εξ όσων άκουσα και είδα, οι άνθρωποι αυτοί εγκλωβισμένοι δεν νιώθουν. Δεν φαίνεται να τους χαρακτηρίζει η λέξη. Μάλιστα, δεν τους αρέσει όταν τους αποκαλούμε έτσι. Επαναλαμβάνω ότι δεν θέλω να το γενικεύσω αλλά αυτό είδα. Ο κύριος Γιώργος για παράδειγμα, όσες φορές πιάσαμε κουβέντα μού έλεγε ότι το πρόβλημά τους ήταν ο τρόπος που τους αντιμετώπιζαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις στην ελεύθερη Κύπρο. Έλεγε ότι τους εκμεταλλευόμαστε πολιτικά και ότι ένιωθαν μέρος ενός πολιτικού παιχνιδιού. Είναι απλοί οι άνθρωποι που ζουν εκεί, της θάλασσας και της γης. Εξ όσων κατάλαβα, μπορεί να πέρασαν δύσκολα τα πρώτα χρόνια με τις τουρκικές αρχές αλλά αργότερα ήταν εντάξει. Η πολιτική όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς μού φαίνεται ότι για τους απλούς αυτούς ανθρώπους είναι ψιλά γράμματα.

Με τουρκοκύπριους, πέραν απ’ τον Χασάν που είναι εκεί στην παραλία, έρχεσαι σε επαφή;

Βέβαια, μα δεν μπορείς να μην έρθεις σε επαφή με τον κόσμο που είναι εκεί. Και με τους τουρκοκύπριους και με τους Ιταλούς και τους Έλληνες που έρχονται στην περιοχή, και με τους Καρπασίτες... Με όλους. Μία συνάντηση όμως που θα μου μείνει αξέχαστη ήταν η μέρα που ο Χασάν με φώναξε για να μου γνωρίσει έναν συγκεκριμένο τουρκοκύπριο με μία ενδιαφέρουσα ιστορία. Ήταν ο Σουάτ Καφαντάρ, ο μοναδικός επιζώντας απ’ την μαζική σφαγή στην Τόχνη το 1974. Ήταν 19 χρόνων τότε ο Σουάτ και μου είχε διηγηθεί πως οι σφαίρες έπεφταν πάνω τους και πως σώθηκε γιατί όταν σωριάστηκε κάτω στο έδαφος, τρία πτώματα έπεσαν πάνω του. Πώς περπάτησε για μέρες μέχρι να φτάσει στο Βαρώσι και πως ακόμα και σήμερα δεν τρέφει μίσος για τους ελληνοκύπριους αφού γνωρίζει ότι ήταν κάποιοι συγκεκριμένοι που οργάνωσαν εκείνο το έγκλημα.

Τη φύση της Καρπασία δεν θα την απορρίψω ποτέ. Την ελευθερία που σου προσφέρει τόσο απλόχερα.

Δημήτρη, για όσα χρόνια θα είσαι ακόμα στην Κύπρο θα συνεχίσεις να πηγαίνεις στην Καρπασία;

Κι όταν δεν θα μένω στην Κύπρο, πάλι θα επιστρέφω για να βρεθώ εκεί. Έχω συνδεθεί με τον τόπο αυτό. Αν η κουλτούρα και το επίπεδο των κατασκηνωτών ήταν λίγο διαφορετική, θα πήγαινα ακόμα και να ζήσω μόνιμα εκεί. Ξέρεις, οι συνειδητοποιημένοι επισκέπτες τέτοιων τόπων, με τα χρόνια, δημιουργούν μία κουλτούρα, έναν αλληλοσεβασμό, μία έγνοια για το περιβάλλον. Δυστυχώς δεν έχω διακρίνει αυτή την κουλτούρα. Τη φύση, όμως, της Καρπασία δεν θα την απορρίψω ποτέ. Την ελευθερία που σου προσφέρει τόσο απλόχερα. Την ηρεμία του πνεύματος αλλά και του σώματος ακόμα και μετά από την αναμενόμενη ταλαιπωρία.

Στην Καρπασία και συγκεκριμένα στον Παχύαμμο, μετά από μέρες διαμονής, μπορείς να εντοπίσεις την “μεταμόρφωση”. Το πως ο άνθρωπος μπορεί όντως, μακρυά από αυτό που αποκαλούμε “πολιτισμό”, να γίνει ένα με τη φύση. Ο νους του να συντονίζεται με τα ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την επιβίωση και την παρατήρηση.

Δεν είναι μια θάλασσα, ένας ήλιος και ένας ουρανός. Είναι μια συνεχόμενη εναλλαγή στην συμπεριφορά των πουλιών, της θάλασσας, των καιρικών συνθηκών. Είναι η αίσθηση μιας πλούσιας μέρας που έχεις περάσει χωρίς να έχεις κάνει απολύτως τίποτα.

Που είσαι απλά χαρούμενος γιατί διάβασες ένα ωραίο βιβλίο, γιατί μίλησες με έναν καλό άνθρωπο, γιατί είδες ένα χαριτωμένο γαϊδουράκι να περνά. Γαλήνη.

Είναι η δουλειά μου τέτοια που μπαινοβγαίνω συχνά σε στούντιο και ασχολούμαι με την μουσική, με τον ήχο γενικότερα. Ε λοιπόν, στην Καρπασία η φύση με έμαθε να ακούω για πρώτη φορά ξεκάθαρα. Όλα αυτά σε έναν κλασικό τουρίστα μπορεί να μην λένε τίποτα. Στο ξαναλέω, δεν είναι για όλους η περιοχή και σίγουρα δεν είναι για πολλές μέρες.

Με την ελπίδα ότι δεν θα μοιάζει με τα αφιερώματα για την Ανάφη όλο αυτό, ποιος νομίζεις, μετά από δεκαέξι χρόνια που πας εκεί, θα εκτιμήσει όλο αυτό το σκηνικό που εσύ λάτρεψες;

Αυτός που είναι έτοιμος να το δεχτεί. Να το απορροφήσει και να γίνει ένα με αυτό. Αυτός που μπορεί ή θέλει να αντιμετωπίσει τους φόβους του. Όχι τους φόβους τους “πολιτισμένους”. Τους φόβους τους υπαρξιακούς, τους απροσδιόριστους. Αυτούς που αντιμετωπίζεις όταν κάθεσαι σ’ ένα κατάμαυρο τοπίο μες την διάρκεια της νύχτας κι έχεις μπροστά σου μια θάλασσα. Που είσαι απέναντι στη φύση και το σύμπαν και νιώθεις ένα τίποτα, ένα κουκί εκτεθειμένο στη ζωή. Η Καρπασία και η Χρυσή Άμμος στο προσφέρει αυτό.


ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΑ:

Fengaros Music Village: Πάμε στο εργαστήρι του Στέλιου και του Δημήτρη

Σχετικά με την συντάκτρια

Ιωάννα Χριστοδούλου

Υπό κατασκευή.

Πρόσωπα